Πολύ πριν ο Ζαν Μοντέρο γίνει ο νεανίας που κατέπληξε την Ευρώπη και έβαλε 49 πόντους στην Εθνική Αργεντινής στο πρώτο του μεγάλο τουρνουά με τα κλιμάκια του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος της πατρίδας του, ήταν και παραμένει στο μυαλό του απλά ένα παιδί από την Villa Juana. Ένας ταπεινός αλλά πολύ αποφασισμένος πιτσιρικάς από το Σάντο Ντομίγνκο που το μόνο που ήθελε ήταν να ξεχωρίσει.

Να βαδίσει στα βήματα του συμπατριώτου του Αλ Χόρφορντ, διαγράφοντας όμως τη δική του διαδρομή. Και αυτό πράττει στα γήπεδα της Ευρώπης μέχρι να έρθει η ώρα και να αισθανθεί έτοιμος για το μεγάλο βήμα, για το American Dream του. Μέχρι να καταστήσει σαφές το NBA στον ίδιο πως «ήρθε η ώρα».

Έως ότου συμβεί αυτό οι φίλοι του Ολυμπιακού θα «χαίρονται» στο αναβαθμισμένο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας τον γκαρντ που «τρέλανε» την Ευρωλίγκα και την ACB. Τον άνθρωπο που γίνεται… πρόβλημα όπως είναι και το παρατσούκλι του, για κάθε αντίπαλη άμυνα.

Κι αν για τα αγωνιστικά του ανδραγαθήματα έχετε διαβάσει ή/και διαπιστώσει εσείς οι ίδιοι, ήρθε η ώρα να μάθετε και την ιστορία του Ζαν Μοντέρο από την παιδική του ηλικία. Τα βήματα που τον διαμόρφωσαν μέχρι να κάνει το ταξίδι για την ακαδημία των μεγάλων ονείρων που έχει τις ρίζες της παντού. Την Γκραν Κανάρια και το… κουβάρι της μπασκετικής του ζωής, σιγά σιγά να ξετυλιχτεί.

«Είμαι ο Κόμπι Μπράιαντ, είμαι ο Κόμπι Μπράιαντ»

Ήταν επτά χρονών ο Ζαν Μοντέρο όταν το μικρόβιο του μπάσκετ μπήκε στη ζωή του. Γεννημένος σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο και το baseball ήταν και παραμένουν τα πιο δημοφιλή αθλήματα, η «σπυριάρα» ήταν αυτή που κέρδισε τον νέο παίκτη του Ολυμπιακού και έκανε πράματα και θάματα ως underdog στην πρώτη του σεζόν στη Euroleague.

Αυτήν την ταμπέλα άλλωστε έσπευδε να διαψεύδει από την πρώτη στιγμή λόγω σωματοδομής και αχαρτογράφητων νερών. Λόγω ανηφόρας. Με τον Ζαν Μοντέρο όμως και την επιθυμία του να πετύχει, δεν τα έβαλε κανείς. Για την ακρίβεια τα έβαλαν πολλοί αλλά έχασαν.

Στην πατρίδα του, την Ισπανία και άλλες χώρες της Λατινής Αμερικής, oi διάφορες Bodega υπερισχύουν στην κουλτούρα τους. Παντού έχει «ξεφυτρώσει» και ένα μέρος τέτοιο για να πιεις τη cerveza σου, να τσιμπήσεις τα tapas σου και να τα πεις με τους γύρω σου.

Περπατώντας λοιπόν στους δρόμους της Villa Consuelo, ερωτεύτηκε το μπάσκετ. Και το έβαλε στη ζωή του. Το 2010 περνούσε έξω από μία Βodega και έριξε μια «κλεφτή» αρχικά ματιά στην τηλεόραση όπου έδειχνε μπάσκετ. Το χρώμα στη φανέλα, του κέντρισε το ενδιαφέρον και κοντοστάθηκε. Το «μισό λεπτό» έγιναν 45!

Ο Ζαν Μοντέρο «καψουρεύτηκε». Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε μπάσκετ στην τηλεόραση. Μία ανάμνηση τόσο ισχυρή, τόσο δυνατή. Οι κίτρινες/χρυσές φανέλες έκαναν ακόμα πιο έντονο το bonding. Και ξεχώρισε ένα όνομα ακούγοντας τους σπίκερ αφού το έλεγαν συχνά, μετά από κάθε σχεδόν σουτ. Κόμπι Μπράιαντ.

Εκείνο το βράδυ μπορεί να επέστρεψε στο σπίτι όπως και όλα τα προηγούμενα, νοητά όμως βρισκόταν σε έναν άλλο πλανήτη. Το μπάσκετ σφήνωσε στο μυαλό του και αποφάσισε «μια μέρα να παίξει στο NBA». Έπρηζε τις επόμενες ημέρες τους φίλους του και τα ξαδέρφια του πως «πρέπει να δείτε αυτήν την ομάδα με τις χρυσές φανέλες που τη φώναζαν Λέικερς.»

Και ξεκίνησε να τριγυρνάει, λέγοντας σε όλους πως «είμαι ο Κόμπι Μπράιαντ, είμαι ο Κόμπι Μπράιαντ» Έτσι συστηνόταν.

Το πλάνο εκχωρήθηκε στους διαδρόμους του μυαλού του Ζαν Μοντέρο. Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν απλά να το υλοποιήσει. Το σημαντικό είχε όμως ήδη γίνει.

Διαμορφώνοντας χαρακτήρα

Δεν χρειαζόταν και πολύ για να πιστεί ο μεγαλύτερος ηλικιακά ξάδερφός του. Χρήματα βέβαια δεν υπήρχαν, παρά μόνο μία πηγαία επιθυμία. Μονάκι και σουτ μέχρι να… σβήσει ο ήλιος. Τζέιμς Χάρντεν εναντίον Κόμπι Μπράιαντ.

Τα παιδιά από τον τόπο του Ζαν Μοντέρο στο Σάντο Ντομίνγκο, κοίταζαν μόνο να την… πουν στον γείτονα. Ο ένας δρόμος να υπερισχύσει του άλλου, να μπει στο μάτι του άλλου. Με αυτήν την ιδέα της «μάχης» ξυπνούσαν και κοιμόντουσαν. Οι προτεραιότητες όμως του Μοντέρο άλλαξαν.

Εκείνος και τα ξαδέρφια του είχαν βαρεθεί να τριγυρνάνε στους δρόμους και η ιδέα προέκυψε αβίαστα. «Ελάτε να φτιάξουμε το δικό μας γήπεδο μπάσκετ. Τι χρειαζόμαστε;»

Βρήκαν μερικά ξύλα, ένα ποδήλατο από το οποίο έβγαλαν τις ρόδες, έβγαλαν τις ακτίνες και μερικά καρφιά. Και… μπουμ. Είχαν το δικό τους αυτοσχέδιο γήπεδο. Το ονόμασαν «La Canchita».

Το έφτιξαν δίπλα από το κουρείο του ξαδέρφου του Ζαν Μοντέρο γιατί ήθελαν όσοι πήγαιναν εκεί και κουρεύονταν, να τους βλέπουν να παίζουν. Να τους δίνουν κίνητρο να προσπαθήσουν κι άλλο, να μοχθήσουν.

Δεν είχε σημασία αν είχε ντάλα ήλιο, αν έρχινε καταρράκτες, αν ήταν μέρα μεσημέρι ή είχε σκοτινιάσει. Η μπάλα γινόταν όλο και πιο βρώμικη κάθε μέρα που περνούσε γιατί ο Ζαν Μοντέρο και τα ξαδέρφια του, απλά έπαιζαν ασταμάτητα.

Φυσικά το αυτοσχέδιο γήπεδο και η «δικιά» τους μπασκέτα κάποιες φορές τους πρόδιδε κι έτσι πήγαιναν και σε άλλες γειτονιές για να κάνουν αυτό που παράφορα είχαν αγαπήσει. Έπρεπε να πάνε στο Dinamita ή το σπίτι του Παουλίνιο, του παλιού προπονητή της πυγμαχίας, όπου είχε φτιάξει γήπεδο για να απασχολούνται όλα τα παιδιά με τον αθλητισμό και να μην πάρουν τον «λάθος δρόμο».

Ο εξωγήινος Μοντέρο της post season σε αριθμούς, πριν πιάσει Λιμάνι

Ο Ζαν Μοντέρο έκανε… πράματα και θάματα τον τελευταίο ενάμιση μήνα στο παρκέ για τη Βαλένθια, παρότι ήταν έτοιμος να αποχωρήσει με προορισμό το Λιμάνι και τον Ολυμπιακό.

Μία μέρα κέρδιζε εκείνος και μία μέρα ο ξάδερφός του που είχε «αυτοβαφτισεί» Τζέιμς Χάρντεν. Αριστερόχειρας και αυτός, είχε φτιάξει μία γεννειάδα από σπάγκο και τη φορούσε πάντα όταν έπαιζαν.

Τα βασικά όπως ντρίμπλα, σουτ και άμυνα τα έμαθε βέβαια ο Ζαν Μοντέρο στο Club Dosa και από τον coach Basil. Σαν «μονομάχος» στην αρένα, έπαιζε κόντρα σε τρία και τέσσερα χρόνια μεγαλύτερούς του. Δεν «ψάρωνε», ούτε φοβόταν.

Όλα άλλαξαν στα 12 του στο Club Mauricio Baez. Κάθε παιδί από τη Δομινικανή Δημοκρατία που έπαιξε μπάσκετ σε υψηλό επίπεδο, πέρασε από εκεί. Διαμορφώθηκε εκεί. Άρχισε εκεί να βλέπει σοβαρά το μπάσκετ. Βέβαια ο λόγος του ξαδέρφου και τα mindgames του, έπαιζαν πάντα τον δικό τους ρόλο.

Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Οι μεγαλύτεροι έρχονταν και τον προκαλούσαν, τον υποτιμούσαν. Κι εκείνος; Τους τιμωρούσε με το ίδιο το παιχνίδι (του). Ο Ζαν Μοντέρο δεν έχασε ποτέ στο Σάντο Ντομίνγκο. Έβαζε 20 και 30 πόντους σε αυτά τα τουρνουά και το μόνο που είχε κατά νου, ήταν η κλήση στην Εθνική ομάδα της πατρίδας του.

Όσο αυτή δεν ερχόταν, εκείνος τόσο τρελαινόταν. Εκείνη τη χρονιά νόμιζε πως είχε έρθει η ώρα του αλλά «είσαι πολύ αδύνατος.» Η πρόσκληση καθυστερούσε κι αυτό τον πονούσε.

Το σημείο καμπής της εκτόξευσης του Μοντέρο ήταν η γνωριμία του με έναν τύπο που τον φώναζαν «Mago». Βρήκε τον Μοντέρο και του είπε να πηγαίνει να προπονείται μαζί του και η κλήση θα έρθει σίγουρα. Αλλά σε δύο χρόνια. Αυτό τον έκανε νευρικό αλλά και τον σκλήρυνε.

Όπερ και εγένετο. Με σκληρή δουλειά όπως του… δίδαξε ο δάσκαλός του αυτός. Ο Μοντέρο άρχισε να βγαίνει ακόμα πιο μπροστά στην ομάδα του, έγινε αρχηγός, ξεχώριζε. Στο γήπεδο και τα αποδυτήρια. Ήθελε όλοι να τον σέβονται και το κέρδισε αυτό.

Προσύμφωνο Μοντέρο με Ολυμπιακό & οι λεπτομέρειες πίσω από το deal

Σε μία πολύ σημαντική (προφορική) συμφωνία έχει φτάσει κοιτάζοντας την επόμενη ημέρα του ο Ολυμπιακός με τον Μοντέρο. Το Ole.gr έχει το παρασκήνιο…

Η τραγική απώλεια και η απουσία που δεν ξανάγινε ποτέ

Δεν ήταν εύκολο να μεγαλώνεις στους δρόμους της Villa Juana κι αν δεν ήταν ο ξάδερφος Λίλι, ο Ζαν Μοντέρο δεν θα ήταν τώρα αυτός που είναι.

Ήταν μεγαλύτερος και του άρεσαν κάποια «πράγματα του δρόμου». Είχε καταστήσει σαφές στον μικρότερο ξάδερφό του ότι δεν ήθελε να εμπλακεί με αυτά. Πάντα του έλεγε να μένει μακριά από μπελάδες και να σκέφτεται μόνο το μπάσκετ και το πρωτάθλημα. Αν κάποιος πείραζε τον Μοντέρο; Φρόντιζε να μην ξανασυνέβαινε.

Ποτέ βέβαια δεν έλεγε μπροστά του πόσο καλός πίστευε ότι ήταν ο μικρός του ξάδερφος. Ποτέ! Αντιθέτως τον… μείωνε. Αυτός ήταν ο τρόπος του. «Δεν είσαι ακόμα αρκετά καλός. Είμαι καλύτερος από σένα», συνήθιζε να λέει μπροστά του.

Τα υπόλοιπα ξαδέρφια του όμως μια μέρα του είπαν την αλήθεια. Όσα πίστευε για εκείνον και κυρίως πόσο βέβαιος ήταν ότι θα τα καταφέρει. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στις δυνατότητές του με όλες του τις δυνάμεις, που είδε κάτι στον Ζαν Μοντέρο. «Είναι σπαρακτικό ότι πέθανε από αυτά τα πράγματα που προσπαθούσε να με προστατέψει», έχει πει ο νέος παίκτης του Ολυμπιακού για τον ξάδερφό του.

Αυτό πόνεσε αρκετά. Ο θάνατός του επηρέασε τον Ζαν Μοντέρο, στα 12 του, περισσότερο απ’ όσο είχε καταλάβει τότε. Και το συνειδητοποίησε με τον καιρό. Ήταν ένα παιδί που προσπαθούσε να βρει τη φόρμουλα για να βελτιωθεί κι άλλο. Και σχεδόν συνέπεσε αυτό χρονικά με την κλήση στην Εθνική ομάδα.

Ο Μοντέρο όμως άρχισε να χάνει προπονήσεις, να αποπροσανατολίζεται. Η δολοφονία του ξαδέρφου του, τον είχε παγώσει.

Μια μέρα δεν πήγε στην προπόνηση για να πάει να αράξει με τους φίλους του στην πισίνα. Ο πατέρας του το κατάλαβε και πήγε από εκεί. Εκείνος αγνοούσε τις ερωτήσεις του όμως κάποια στιγμή εμφανίστηκε μπροστά του. Τον ρώτησε σε αυστηρό ύφος, πρόσωπο με πρόσωπο πλέον, γιατί δεν πήγε στην προπόνηση. Τον πήρε και έφυγαν.

Εκείνος αισθάνθηκε ντροπή να περπατά στην πισίνα με τον πατέρα του, μπροστά από τους φίλους του. Αλλά λειτούργησε σαν ξυπνητήρι. Απολογήθηκε σε συμπαίκτες και προπονητές και άρχισε να δουλεύει ακόμα πιο σκληρά.

Τι είπε ο Μοντέρο για την προοπτική του NBA;

Ο Ζαν Μοντέρο δέχθηκε ερώτηση για το ενδεχόμενο του NBA και την μετακόμισή του στην άλλη πλευρά του ωκεανού, με τον ίδιο να δείχνει για μία ακόμα φορά την ώριμη φύση του.

Λίγο διάστημα αργότερα, στα 13 του, ήρθε η πρώτη κλήση από την Εθνική. Ήταν τουρνουά πριν το παγκόσμιο και είχε παίξει άθλια. Ο Ζαν Μοντέρο ήταν ασθενής όλες τις προηγούμενες ημέρες και αδύναμος. Ο προπονητής του όμως δεν τον άφησε στο… έλεος. Κάθισε και του έδειξε όλα όσα έκανε λάθος.

Μετά από αυτό όμως, σκέφτηκε ότι κανένα εμπόδιο δεν θα τον σταματήσει. Γύρισε σπίτι αποφασισμένος και παρακολούθησε 45 λεπτά non stop στιγμιότυπα του Κόμπε. Το αποτέλεσμα; Ασταμάτητος, κανείς δεν μπορούσε να τον φρενάρει.

Το τουρνουά που ο Μοντέρο «συστήθηκε» στον κόσμο & έβαλε το 1/3 των πόντων ενός αγώνα (video)

Ο Ζαν Μοντέρο ηγήθηκε της πορείας της Βαλένθια μέχρι το Final Four, όπως έχει κάνει αρκετές φορές από νεανίας ακόμα.

Όλα πήραν τον δρόμο τους σιγά σιγά. Έμοιζε πλέον δεδομένο πως οι «φτερούγες» της πατρίδας του μπασκετικά, δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν. Ήθελε να ανοίξει τα φτερά του, αυτός ήταν και ο ενδεδειγμένος δρόμος. Να φανερώσει το ταλέντο του, να το εξελίξει. Το FIBA AmeriCup U17 το 2019 τον απογείωσε και του έδωσε το διαβατήριο για την Ευρώπη. Του άνοιξε τους ορίζοντες. Εκεί έκανε όργια με αποκορύφωμα την 49άρα κόντρα στην Αργεντινή.

Και σιγά σιγά άρχισε να βελτιώνει τη φήμη του, να τη μεγαλώνει. Οι προτάσεις από λύκεια στις ΗΠΑ και ξακουστές ακαδημίες στην Ισπανία έσκαγαν βροχή. Εκείνος διάλεξε την Γκραν Κανάρια και όλα από εκεί και πέρα, προέκυψαν. Όχι στην τύχη, τα έκανε να συμβούν ο ΜVP των τελικών της ACB που ετοιμάζει βαλίτσες για την Αθήνα και τον πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακό ως… «El Problema» πλέον.