Η μεγάλη καρδιά ή αλλιώς μεγαλοκαρδία δεν αποτελεί πάθηση αλλά σύμπτωμα υποκείμενων προβλημάτων που την αναγκάζουν να λειτουργεί πιο σκληρά, με μεγαλύτερο κόπο. Και από δαύτη ο Θανάσης Σκουρτόπουλος είχε με το… μέτρο.

Τα χρόνια μου στον χώρο δεν μου έδωσαν τη δυνατότητα να γνωρίσω εκ του σύνεγγυς ανθρώπους του χώρου που βγήκαν στο πάλκο – θέλοντας ή μη – προηγουμένως. Συνεπώς επουδενί δεν είμαι ο κατάλληλος για να μιλήσει για τον άνθρωπο αρχικά και δευτερευόντως προπονητή Θανάση Σκουρτόπουλο.

Εχθρός της καπηλείας, πολλώ δε μάλλον σε τέτοιες στιγμές, δεν έχω την πρόθεση να ξεκινήσω ένα σεντόνι για κοινές αναμνήσεις, συναναστροφές κλπ. Αν και η «αγιοποίηση» μετά θάνατων ήταν πάντοτε κάτι που κυριαρχούσε, στον χώρο υπάρχει τις τελευταίες ώρες μία βουβαμάρα για τον «γίγαντα» από τα δυτικά προάστια και το Χαϊδάρι, η καρδιά του οποίου σταμάτησε να χτυπά στην μακρινή Μογγολία στην οποία μετανάστευσε επαγγελματικά θέλοντας ή μη για βιοποριστικούς λόγους.

Ο χώρος άλλωστε ελάλησε για το ποιος ήταν. Και υπάρχουν λέξεις κοινές απ’ όσους θέλησαν να μοιραστούν κάτι αφού τόσοι και τόσοι ακόμα προτίμησαν τη σιωπή, μην μπορώντας να το πιστέψουν. Ένα ηχηρό χαστούκι, μία προσγείωση στην πραγματικότητα.

Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος κατά τας γραφάς και τα φαινόμενα ήταν ένας Κύριος. Ένας τζένλεμαν. Ένας άνθρωπος του μπάσκετ που το υπηρέτησε με ευλάβια και αγάπη, πάθος. Έβαλε πλάτη για την ομάδα που ανδείχθηκε, τίμησε όποια ομάδα συνεργάστηκε.

Ποτέ δεν κρύφτηκε από τις ευθύνες του, παρότι κρίθηκε βίαια όχι απλά σκληρά, άδικα από κόσμο και κοσμάκη. Ιδίως για τα χρόνια του στην Εθνική. Οι διαπροσωπικές σχέσεις έρχονταν πάντοτε σε προτεραιότητα για τον ίδιο, από εκεί πήγαζε το ευ ζην των αθλητών. Έτσι τους κρατούσε συσπειρωμένους παρότι απλήρωτους κάποιες φορές στους συλλόγους που εργάστηκε.

Την πρόκληση δεν την φοβήθηκε ποτέ. Όπως φάνηκε άλλωστε και στο κεφάλαιο «Εθνική ομάδα», όταν τον βούτηξαν στον λάκο με τα λιοντάρια. Σε μια περίοδο που τα «παράθυρα» είχαν πρωτοεμφανιστεί και η ενώτητα είχε κλωνιστεί πιο πολύ από ποτέ. Τουλάχιστον στα ύστερα χρόνια, τα σύγχρονα.

Ο «πιστός στρατιώτης» Θανάσης Σκουρτόπουλος πήρε την ευθύνη. Αν άκουσε κι αν άκουσε πράγματα. Για την διαχείρηση του Γιάννη, για τον ρόλο του και την χρησιμοποίησή του, για το κακό ημίχρονο από τη Βραζιλία που στέρησε την συνέχεια της «Επίσημης Αγαπημένης» στο τουρνουά του Μουντομπάσκετ 2019.

«Έφυγε» από τη ζωή ο Θανάσης Σκουρτόπουλος: Θρήνος στο ελληνικό μπάσκετ

Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 60 ετών, έπειτα από καρδιακή προσβολή που υπέστη.

Ποια «Επίσημη Αγαπημένη» δηλαδή… Κάθε άλλο παρά τέτοια δεν ήταν την εποχή εκείνοι. Κόκκινοι και πράσινοι στα μαχαίρια με «θύμα» την γαλανόλευκη στη διαδικασία των προκριματικών.

Ανοχή μηδέν. Ο καθείς έπιανε μία πένα, ένα μικρόφωνο και… ξεφωνούσε το εξιλαστήριο θύμα, Θανάση Σκουρτόπουλο που έβαλε πλάτη. Και ποτέ δεν κρύφτηκε. Πάντοτε εκεί, πρώτος να απολογηθεί. Να πάρει την ευθύνη στην πλάτη του. Και δώστου τα δριμύ κατηγορώ της εποχής.

«Δεν κάνει…», «Ποιος Σκουρτόπουλος». Ο εκλιπών έγινε αποδέκτης από όλο το «ανάθεμα», όλα τα απωθημένα των μπασκετοειδημώνων. Τα social media άστραψαν και βρόντηξαν. Όχι απλά ανθρωποφαγία αλλά υπαίτιος για όλα τα κακά. Ένας άνθρωπος που κάθισε εις γνώσην του στην ηλεκτρική καρέκλα σε μία ΕΟΚ που ψυχοραγούσε, ως ο… βαλτός.

Αντιπαθής για τους πολλούς, αντιτουριστικός. Χωρίς να έχει το βιογραφικό για τη θέση. Ο βασικός υπεύθυνος της αποτυχίας. Που αν δεν ήταν εκείνος να δημιουργήσει αυτό το παρεάκι των «παραθύρων» χωρίς του μεγάλους, η Εθνική δεν θα είχε να κοκορεύεται ότι ήταν παρούσα σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις. Ο απολιγισμός της κατά τη διαδρομή αλλά και τον τελικό προορισμό; 17-1.

Τα όρνια έπεσαν να τον φάνε και τον έφαγαν, φεύγοντας ως κυνηγημένος.

Η μεγαλύτερη «νίκη» του άλλοτε ομοσπονδιακού προπονητή που άφησε τον επικριτικό αυτό κόσμο στο μακρινό Ουλάν Μπατόρ προδομένος – είχε και στο παρελθόν ζητήματα – από το όργανο που ήταν και το πιο υπέρμετρα μεγάλο μέσα του σύμφωνα με τις αναφορές, ήταν η καθαρότητά του.

Σε έναν κόσμο που σε καθορίζει το χρώμα – κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, μαύρο και ούτω καθ’ εξής – εκείνος με την ντομπροσύνη του και την καθαρότητά του, έμεινε αλέκιαστος. Αυτό.

Και όσοι τον γνώρισαν πραγματικά, είχαν έναν καλό λόγο να πουν. Ήταν δεν ήταν εκείνος μπροστά. Γιατί ως γνωστόν αυτή η κοινωνία το «φτυάρι» το… θάβει όταν εμφανίζεται ο «περί ου ο λόγος». Τα ίδια έλεγαν μπροστά και πίσω από τον Θανάση Σκουρτόπουλο. Κι αυτό είναι επίτευγμα, είναι κατόρθωμα σπάνιο.

Ξαφνικά η 5η του Φλεβάρη «μαύρισε» περισσότερο από την γενικότερη συννεφιά και καταιγίδα. Κανένας απ’ όσους τον είχε ζήσει δεν έμεινε ανεπηρέαστος. Όχι γιατί είθισται ή είναι κλισέ αλλά γιατί ήταν φίλος με όσους συναναστράφηκε. Εκείνος δεν είχε εχθρούς. «Κύριος» με Κ κεφαλαίο είπε ένας συνάδελφος και φίλος που τον είχε ζήσει και τον είχε συναναστραφεί. Και έτσι θα τον θυμάται ο χώρος.

Αυτά είχε να πει ο «καλός παρατηρητής» για τον Θανάση Σκουρτόπουλο. Με σεβασμό. Αφήνοντας τις πένες των υπολοίπων να πατήσουν με βαριά καρδιά τα κουμπιά του υπολογιστή, να μοιραστούν ιστορίες μαζί του. Να θυμηθούν τα παλιά. Για να τον τιμήσουν όπως με συγκίνηση αρκετοί έχουν κάνει.