Για το μπάσκετ στην Ελλάδα μπορεί να ήρθαν ή/και να έρχονται οι «μέρες του φωτός», πλην όμως δεν ισχύει κάτι ανάλογο και για το ελληνικό μπάσκετ όπως αποδείχθηκε περίτρανα στο τελευταίο «παράθυρο» της πρώτης φάσης των προκριματικών του Μουντομπάσκετ 2027 στο Κατάρ. Κάθε άλλο αφού μάλλον το… υποσκελίζει.
«Μάλλον μείναμε στο μετάλλιο και γίναμε υπερόπτες», σχολίασε στο αρχικό του σχόλιο στη συνέντευξη Τύπου ο Βασίλης Σπανούλης μετά την νέα ασύνδετη εμφάνιση και μοιραία την ήττα από την «πιο ομάδα» Πορτογαλία. Η μισή αλήθεια…
Διαχρονικά στη χώρα οι μεγάλες επιτυχίες, σαν αυτή που κατόρθωσε η «γαλανόλευκη» στα γήπεδα της Λετονίας, φέρνουν πιο κοντά το φίλαθλο κοινό. Κρύβουν τα «μαχαίρια» της διχόνοιας, δημιουργούν νέες γενιές πιστών ακολούθων, φέρνουν τα παιδιά στα γήπεδα και γενικότερα εγκαθιδρύουν ένα κλίμα… άνθισης.
Παραταύτα αν και εφόσον δεν φτάσει το δεδομένο και πασιφανές πρόβλημα στη ρίζα και κρυφτεί κάτω από το χαλάκι, αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει η γκρίνια, η εσωστρέφεια. Και το μετάλλιο θα μετατραπεί σε μία τρύπα στο νερό όπως σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει και με τις μικρές Εθνικές ομάδες ή αλλιώς κυνηγούς διακρίσεων με εφήμερους σκοπούς και αποτελέσματα.
Σε μια εποχή που τα πάντα είναι μετρήσιμα με απτές αποδείξεις, η συμπερίληψη μιας φουρνιάς στο βάθρο των νικητών συνεπάγεται και την επιτυχία. Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή απλά μπαίνει «στάχτη στα μάτια;»
Οι ήττες ήρθαν και δεν μπορούν να ισιώσουν την ανηφόρα που καλείται να ανέβει η Εθνική ομάδα για να βρεθεί στα γήπεδα του Κατάρ τον επόμενο Αύγουστο και Σεπτέμβρη. Ακόμα περισσότερο να διεκδικήσει κάτι περισσότερο εκεί.
Και από τούδε και στο εξής αφού «ω γέγονε γέγονε», τρεις είναι οι πυλώνες προς εξέταση. Η εφαρμογή δίχως εξαιρέσεις του «άπαντες παρόντες» που διαμήνυσε ο χείμαρρος Βασίλης Σπανούλης μετά την ήττα από την Πορτογαλία, η κατανόηση από πλευράς διεθνών και όχι μόνο πως το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα δεν συνιστά τσιφλίκι κανενός και φυσικά η επαναξιολόγηση ενός κανονισμού που αντί να εξελίσσει το προϊόν και να λειτουργεί ως αρωγός, συμβαίνει το αντιστρόφως ανάλογο.
Οι δήθεν υπέρμαχοι της Εθνικής ομάδας και της μακροημέρευσης αυτής, δίνουν αγώνες για την παραμονή έστω του κανονισμού των 6 γηγενών σε κάθε παιχνίδι των εγχώριων υποχρεώσεων και έξι ξένων, ούτως ώστε να τροφοδοτούνται οι Εθνικές ομάδες κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και αντ’ αυτού οι πρωταγωνιστές καθησυχάζονται, ψάχνοντας μεγαλύτερα συμβόλαια αφού οι ομάδες έχουν «ανάγκη» τα ελληνικά διαβατήρια, βάζοντας την εξέλιξή τους σε δεύτερη μοίρα κάποιες φορές.
«Δεν μπορούμε να χρεώσουμε ευθύνες στα παιδιά που ήρθαν εδώ. Αλλά κι αυτοί που έρχονται, να έρχονται σε καλή κατάσταση. Αν έχουνε μια ευκαιρία στη ζωή τους να μου βάλουν στο μυαλό ότι πρέπει να είναι στη δωδεκάδα, πρέπει να το κάνουν. Δυστυχώς δεν το έκαναν, κανέας. Άρα μετά ας μη ζητούν άλλα πράγματα, ρόλο, λεπτά… Ορίστε, ορίστε η ευκαιρία, ήταν εδώ. Και; Φταίει ο προπονητής μετά ή οι ομάδες που παίρνουν ξένους. Εγώ είμαι υπέρ των Ελλήνων, αγαπώ τον Έλληνα και πιστεύω σε αυτόν. Πρέπει όμως να σκύψουν το κεφάλι, να μιλάνε λίγο και να δουλέψουν. Να αποδείξουν ότι αξίζουν κάθε ευκαιρία στο γήπεδο.»
Ο περιορισμός του ανταγωνισμού σε σύγκριση με κάποιον αλλοδαπό που θα «φτύσει αίμα» για να βρει τα ίδια και λιγότερα χρήματα, περισσότερες πληγές ανοίγει παρά τονώνει τη διαδικασία τροφοδοσίας μέσω της δεξαμενής.
Παράλληλα, οι ομάδες εκμεταλλεύονται την ελαστικότητα του 6+6 χωρίς υποχρεωτική παρουσία στην πεντάδα (χρονολογική ή από πλευράς υποκοότητας), κλείνουν το ροτέισον κατά το δοκούν αφού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Και χωρίς αγωνιστικό ρυθμό, βρίσκονται παιδιά στην Εθνική ομάδα με απαιτήσεις και ζητούμενα που δεν υφίστανται στις ομάδες τους. Στις οποίες δεν έχουν κληθεί να ανταποκριθούν ίσως και ποτέ. Ή χρόνια πίσω.
Ως εκ τούτου προκύπτει αυτή η απογοητευτική για όλες τις πλευρές εικόνα. Η Εθνική ομάδα να «κλείνει» την πρώτη φάση με δύο ήττες από τα σαφώς κατώτερης δυναμικής συγκροτήματα όπως η Ρουμανία και η Πορτογαλία που γνωρίζουν όμως ο ένας τον άλλον, ακολουθούν το πλάνο και παρουσιάζουν ένα σαφώς πιο συμπαγές πρόσωπο.
Με λίγα λόγια ένας κανονισμός που θεσπίστηκε και εφαρμόζεται προς όφελος της διαδικασίας και της «γαλανόλευκης», λειτουργεί ανασταλτικά και εις βάρος όλου του οργανογράμματος. Κατά τα άλλα όμως, το ελληνικό μπάσκετ βρίσκεται σε έξαρση…



