Πέντε χρόνια σε μία χώρα είναι αρκετά για να «δεθείς» μαζί της. Ο Μαουρίσιο όχι απλώς τα έφτασε, αλλά έζησε και μερικές από τις σπουδαιότερες στιγμές της καριέρας του στην Ελλάδα.
Ο Βραζιλιάνος χαφ κατάφερε να φύγει από τη χώρα μας, προλαβαίνοντας να πανηγυρίσει συνολικά 4 τίτλους, σε ΠΑΟΚ και Παναθηναϊκό, από το 2017 έως το 2022. Ενώ φυσικά, αποτέλεσε βασικό «γρανάζι» της ομάδας του Ραζβάν Λουτσέσκου, που έφτασε στο ιστορικό νταμπλ για τον «Δικέφαλο του Βορρά», το 2019.
Μάλιστα, ο Μαουρίσιο αποτέλεσε και τον «πρωταγωνιστή» μιας φάσης που συζητήθηκε αρκετά στον κόσμο του ελληνικού ποδοσφαίρου, στο ντέρμπι μεταξύ ΠΑΟΚ και ΑΕΚ, πίσω στο 2018. Ο ίδιος, πάντως, θεωρεί πως όσα συνέβησαν τότε, βοήθησαν την ομάδα του να γίνει πιο δυνατή εν όψει της επόμενης, ιστορικής όπως αποδείχθηκε, σεζόν.
Στη μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στο Ole.gr, ο 37χρονος, πλέον, Βραζιλιάνος μιλά για τα πάντα. Από τις «μυθικές» στιγμές που έζησε με τον ΠΑΟΚ και την αγάπη του για τον Ρουμάνο τεχνικό, έως τη διετία που πέρασε στον Παναθηναϊκό και πώς ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς κατάφερε να αλλάξει την εικόνα του «τριφυλλιού».
Παράλληλα, αναφέρθηκε και στην… επική πρώτη συνάντηση που είχε με τον Ραζβάν Λουτσέσκου. Τότε, που μία ατάκα σχετικά με όσα του είχε πει ο πατέρας του, Μιρτσέα, για εκείνον, τον άφησε «άφωνο», ιδίως μετά τη συνεργασία τους στη Ζενίτ!

Συνέντευξη στον Τάσο Φαραό
-Πώς είναι αυτή η φάση της ζωής σου;
«Είμαι στη Βραζιλία. Δεν έχω σταματήσει ακόμα να παίζω ποδόσφαιρο, αλλά δεν έχω βρει τώρα κάποια ομάδα για να συνεχίσω. Προσπαθώ να βοηθήσω την οικογένειά μου με τις επιχειρήσεις που έχουμε, τις οποίες έχτιζα παράλληλα με το ποδόσφαιρο, όπως αρτοποιεία, κατεψυγμένα υγιεινά τρόφιμα, αλλά και ενοικιαζόμενα γραφεία.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, προσπαθώ να προπονούμαι για να διατηρώ το σώμα μου σε καλή κατάσταση.
Αυτή είναι λοιπόν η ζωή μου τώρα. Προσπαθώ να κάνω αυτά τα πράγματα για να βοηθήσω την οικογένειά μου, να είμαι κοντά τους, γιατί με το ποδόσφαιρο δεν είναι και τόσο εύκολο να είσαι κοντά στην οικογένεια».
– Έμεινες για πολλά χρόνια στην Ευρώπη. Ξεχώρισες κάποια από τις χώρες στις οποίες αγωνίστηκες;
«Ήμουν σχεδόν 16 χρόνια εκτός Βραζιλίας, της χώρας μου. Πρώτα ήμουν στη Ρωσία, ένα μέρος που αγάπησα και έμαθα να σέβομαι. Πέρασα υπέροχα εκεί. Έπαιξα σε δύο ομάδες, την Τέρεκ και τη Ζενίτ. Ήμουν πραγματικά πολύ χαρούμενος και στις δύο. Η σύνδεσή μου με τη Ρωσία είναι πολύ δυνατή.
Μετά μετακόμισα στην Ελλάδα, το αντίθετο ακριβώς από τη Ρωσία όπως το σκέφτομαι, αλλά ήμουν επίσης πολύ χαρούμενος εκεί. Έπαιξα στον ΠΑΟΚ και μετά στον Παναθηναϊκό. Και στις δύο ομάδες πέτυχα τους στόχους που είχα θέσει ως επαγγελματίας. Η χώρα ήταν καταπληκτική, ζεστή, και οι άνθρωποι πολύ καλοί μαζί μου και με την οικογένειά μου.
Μετά πήγα στην Πορτογαλία, στην Πορτιμονένσε, όπου ήμουν κοντά στο τέλος της καριέρας μου. Ήταν μια καλή ομάδα, αλλά η πόλη, το Πορτιμάο, δεν άρεσε πολύ σε μένα και την οικογένειά μου. Η οικογένειά μου έχει πολλή ενέργεια και τα παιδιά μου θέλουν να κάνουν πολλά πράγματα πέρα από το σχολείο. Εκεί δεν βρίσκαμε πολλές δραστηριότητες. Επίσης η γυναίκα μου είχε κάποια θέματα υγείας και ήταν συνέχεια στο σπίτι. Δεν ήταν άσχημα, αλλά δεν ήταν όπως στην Ελλάδα ή τη Ρωσία. Παρόλα αυτά, δεν έχω παράπονο, απλώς η αίσθηση ήταν διαφορετική».
«Πέρασα πέντε υπέροχα χρόνια στην Ελλάδα»
– Όταν ήρθε η πρόταση από τον ΠΑΟΚ, αμέσως μετά την αποχώρησή σου από τη Ζενίτ, ήταν εύκολο για σένα να την αποδεχθείς; Θεώρησες ποτέ ότι ίσως αποτελούσε ένα βήμα πίσω για την καριέρα σου;
«Δεν έχω μετανιώσει για τίποτα στη ζωή μου και είμαι χαρούμενος με την καριέρα μου. Ποτέ δεν θεώρησα ότι έκανα βήματα πίσω όταν πήγα από τη Ζενίτ στον ΠΑΟΚ. Η διαφορά ήταν ότι τότε το ρωσικό πρωτάθλημα ήταν ισχυρότερο από το ελληνικό. Με τη Ζενίτ έπαιζα Champions League και Europa League, αλλά και στον ΠΑΟΚ φτάσαμε πολύ κοντά στους ομίλους του Champions League. Παίξαμε επίσης στο Europa League.
Αν έλεγα ότι το να πάω στον ΠΑΟΚ ήταν πισωγύρισμα, θα έλεγα ψέματα. Ο ΠΑΟΚ ήταν κάτι διαφορετικό. Όταν ήρθα στη Θεσσαλονίκη, όλοι –οπαδοί, παίκτες, ο πρόεδρος, το προσωπικό– ήταν ευγενικοί μαζί μου και με την οικογένειά μου.
Ο ΠΑΟΚ είναι μεγάλη ομάδα με καταπληκτικούς οπαδούς και ατμόσφαιρα. Εκεί έγινα πρωταθλητής. Πέτυχα όλους τους στόχους μου και ήμουν πολύ χαρούμενος, όπως και η οικογένειά μου.
Πολύ σημαντικό, επίσης, ήταν ότι δεν σκεφτόμουν μόνο την καριέρα μου. Μετά από 8,5 χρόνια στη Ρωσία, ήθελα να αλλάξω τη ζωή της οικογένειάς μου, να τους πάω κάπου πιο… ζεστά. Όταν ήρθε η πρόταση από τον ΠΑΟΚ, έγινε αμέσως η σύνδεση γιατί ήταν μια μεγάλη ομάδα σε μία υπέροχη χώρα. Ήταν πολύ σωστή απόφαση».
– Πίστευες την στιγμή που υπέγραφες με τον ΠΑΟΚ, πως θα έμενες εν τέλει στην Ελλάδα για 5 χρόνια και μάλιστα, θα κατακτούσες 4 τίτλους; Μέσα σε αυτούς και το ιστορικό νταμπλ με τον ΠΑΟΚ!
«Στο μυαλό μου έχω πάντα τους στόχους μου: να κερδίζω τίτλους και να δίνω τον καλύτερο εαυτό μου για την ομάδα και τους οπαδούς. Έτσι έκανα στην Τέρεκ, τη Ζενίτ, τον ΠΑΟΚ, τον Παναθηναϊκό και την Πορτιμονένσε. Αυτός είναι ο τρόπος που βλέπω το ποδόσφαιρο και τη ζωή. Πρέπει να προσπαθούμε για το καλύτερο γιατί η ζωή είναι για να την απολαμβάνουμε, ειδικά η καριέρα του ποδοσφαιριστή που είναι σύντομη. Πρέπει να είσαι επαγγελματίας, ευγενικός και συγκεντρωμένος γιατί όλα περνούν γρήγορα.
Δεν περίμενα να πάρω τόσους τίτλους ή ένα αήττητο πρωτάθλημα, αλλά ήξερα ότι κάτι θα κέρδιζα με τον ΠΑΟΚ. Στο ποδόσφαιρο είναι πολύ δύσκολο να έχεις ένα χρονοδιάγραμμα. Θα μείνω σε μια χώρα για πέντε χρόνια, θα μείνω για δέκα, θα μείνω για δύο μήνες. Είναι πραγματικά δύσκολο γιατί το ποδόσφαιρο είναι τρελό. Τα πάντα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Πέρασα πέντε υπέροχα χρόνια στην Ελλάδα, στον ΠΑΟΚ και μετά στον Παναθηναϊκό. Η οικογένειά μου ήταν πολύ ευτυχισμένη».

«Την πρώτη φορά που μίλησα με τον Ραζβάν έπαθα σοκ»
-Πώς ήταν η πρώτη σου συνάντηση με τον Ραζβάν Λουτσέσκου; Καταλάβαινες ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο με μεγάλους στόχους;
«Πριν έρθω στον ΠΑΟΚ, δεν κοίταξα τους παίκτες που ήταν στην ομάδα, ούτε τον προπονητή. Απλά προσπάθησα να δω τον σύλλογο, τους οπαδούς, τους στόχους της ομάδας. Αυτά ήταν τα μόνα πράγματα που είδα.
Και είναι μια αστεία ιστορία, όταν άρχισα να ψάχνω, ακριβώς την ημέρα που έφτασα στη Θεσσαλονίκη, άρχισα να βλέπω τους παίκτες στο ίντερνετ, άρχισα να βλέπω τους προπονητές, και τότε είδα το όνομα Λουτσέσκου. Ήταν αστείο εκείνη τη στιγμή γιατί ένιωσα πολύ απογοητευμένος. Επειδή πριν έρθω στον ΠΑΟΚ, δούλευα με τον πατέρα του στη Ζενίτ. Και δεν έχω τόσο καλές αναμνήσεις μαζί του στη Ζενίτ, γιατί δεν έπαιζα, μου ασκούσε συνέχεια πίεση και είχε διαφορετικό τρόπο να μεταχειρίζεται τον Μαουρίσιο από τους άλλους παίκτες. Οπότε ήταν πραγματικά πολύ δύσκολες στιγμές για μένα τότε.
Αλλά ακόμα και με αυτές τις κακές αναμνήσεις, ο Μιρτσέα Λουτσέσκου ήταν ίσως ένας από τους πιο δύσκολους, αλλά και ξεχωριστούς ανθρώπους στη ζωή μου, γιατί έμαθα πολλά. Ήταν πραγματικά καλός για μένα γιατί αναγκαζόμουν να βελτιώνομαι κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο, στην προπόνηση και μετά από αυτήν. Έμαθα πολλά μαζί του.
Και το αστείο ήταν όταν έψαξα στο ίντερνετ και είδα τον Λουτσέσκου. Εκείνη τη στιγμή είπα στη γυναίκα μου: “Ετοίμασε τις βαλίτσες σου και πάμε να φύγουμε, δεν θα παίξω εδώ. Ας βρούμε άλλη ομάδα”. Γιατί στο μυαλό μου είχα μόνο ένα πράγμα: πριν από έξι μήνες δούλευα με τον πατέρα αυτού του ανθρώπου. Τι θα του έλεγε ο πατέρας του για τον Μαουρίσιο; Οπότε θα είχα δύσκολες στιγμές εδώ και δεν θα έπαιζα.
Αλλά μετά συζητούσαμε με τη γυναίκα μου και μου είπε: “Όχι, ίσως να είναι διαφορετικά, προσπάθησε να μιλήσεις με τον άνθρωπο, μίλησε με τον προπονητή και μετά αποφασίζεις”. Και ήταν αστείο επίσης την πρώτη φορά που μίλησα με τον Ραζβάν και μου είπε: “Κοίτα, ο πατέρας μου μού είπε μόνο καλά και θετικά πράγματα για σένα”. Έπαθα σοκ, ήταν πολύ περίεργο. Είπα μέσα μου: “πριν έξι μήνες ο άνθρωπος με έθεσε εκτός, μου ασκούσε συνέχεια πίεση, έπαιζα ελάχιστα μαζί του… οπότε κάτι πάει λάθος”.
Αλλά μετά άρχισα να μιλάω με τον Ραζβάν, είχαμε καλή σύνδεση από την αρχή και γράψαμε μαζί μια πολύ μεγάλη ιστορία. Μέχρι τώρα του μιλάω, τον νιώθω κοντά μου, πολλές φορές ήταν σαν πατέρας, φίλος, αδελφός για μένα. Ο Ραζβάν είναι ένας πολύ καλός φίλος, τον αγαπώ πολύ.
Δεν περίμενα να τα κερδίσω όλα μαζί του, να πετύχω αυτούς τους καταπληκτικούς στόχους που πετύχαμε μαζί. Θυμάμαι πολύ καλά όταν ήμουν στη Ζενίτ, ένας άνθρωπος πολύ κοντά στον Μιρτσέα Λουτσέσκου μού έλεγε: “Κοίτα, ο πατέρας είναι καλός, τα κέρδισε όλα, αλλά δεν ξέρεις τον γιο, ο γιος είναι ακόμα καλύτερος”. Έτσι ο Ραζβάν απλά ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα του.
Είχα καλές στιγμές με τον Ραζβάν και, παρά τα άσχημα που είπα, είχα και καλές αναμνήσεις με τον Μιρτσέα. Το ποδόσφαιρο είναι φανταστικό γιατί πρέπει να βελτιώνεσαι συνέχεια, να δίνεις τον καλύτερο εαυτό σου και ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος. Και νομίζω ότι ο Μιρτσέα το έκανε αυτό σε μένα για να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής και καλύτερος άνθρωπος για το μέλλον».

«Ίσως όσα έγιναν το 2018, να μας έκαναν δυνατότερους την επόμενη σεζόν»
-Την πρώτη σου χρονιά στον ΠΑΟΚ αγγίξατε τον τίτλο του πρωταθλητή, όμως τελικά το τρόπαιο δεν ήρθε. Τι θυμάσαι από εκείνα τα επεισοδιακά ματς με Ολυμπιακό και ΑΕΚ το 2018 και πώς ήταν το κλίμα εντός της ομάδας στο τέλος εκείνης της σεζόν;
«Από την πρώτη μέρα στην προπόνηση του ΠΑΟΚ, έλεγα σε όλους: “θα γίνουμε πρωταθλητές, πιστέψτε με. Έχουμε καλή ομάδα, πρέπει απλώς να είμαστε συγκεντρωμένοι». Είμαι θετικός άνθρωπος. Κάναμε φανταστικό πρωτάθλημα, με σπουδαίες νίκες και ωραία ατμόσφαιρα, μέχρι που έγιναν αυτά με την ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό.
Πιστεύω αν δεν γινόταν ό,τι συνέβη στο ματς με την ΑΕΚ όταν σκοράραμε, θα βάζαμε και δεύτερο γκολ στα επόμενα πέντε λεπτά που έμεναν. Θυμάμαι καλά ότι πήδηξα για να μην ακουμπήσω την μπάλα, ήμουν πίσω από τον τερματοφύλακα και η μπάλα είχε σχεδόν μπει.
Αλλά μετά έγινε ό,τι έγινε και όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς ιστορία. Ίσως αυτό έγινε για να μας κάνει πιο δυνατούς για την επόμενη χρονιά. Άλλωστε, το μόνο που ελέγχουμε εμείς είναι το παιχνίδι μας. Να δίνουμε τον καλύτερό μας εαυτό και να προσπαθούμε να κερδίσουμε τα παιχνίδια. Φαντάσου να μην είχαν γίνει αυτά. Ίσως τα επόμενα χρόνια να μην τα είχαμε κερδίσει όλα. Είναι τρελό.
Φυσικά απογοητευτήκαμε στο τέλος της σεζόν, γιατί ξέραμε πόσο κοντά ήμασταν στον τίτλο, αλλά ταυτόχρονα νιώθαμε ικανοποίηση, διότι δουλέψαμε σκληρά και κάναμε καλά τη δουλειά μας».
-Θα άλλαζε κάτι εάν υπήρχε τότε το VAR;
«Εκείνη τη στιγμή, νομίζω ότι ακόμα κι αν είχαμε VAR, δεν θα άλλαζε τίποτα».
-Πάντως, την επόμενη χρονιά ήσασταν ασταμάτητοι. Ο ΠΑΟΚ κατέκτησε ένα ιστορικό νταμπλ και ήσουν ένας από τους πρωταγωνιστές. Πώς το βίωσες και ποιο θεωρείς ότι ήταν το κλειδί για την συγκεκριμένη επιτυχία;
«Είχαμε καταπληκτική ομάδα και ατμόσφαιρα, όλοι σκεφτόμασταν με τον ίδιο τρόπο. Κανείς δεν είχε υπερβολικό εγωισμό, ήμασταν απλοί παίκτες και καλοί συμπαίκτες. Ήμασταν δεμένοι και έξω από το γήπεδο.
Ο ΠΑΟΚ έκανε καλές επιλογές παικτών. Όλοι ήταν σημαντικοί για τον τίτλο, όχι μόνο οι 11. Ο Λουτσέσκου έκανε καλό ροτέισον και έδινε ευκαιρίες. Τα αποδυτήρια ήταν εξαιρετικά. Ήταν μια πραγματικά υπέροχη εποχή».
– Στάθηκες άτυχος στο φινάλε με έναν πολύ σοβαρό τραυματισμό. Σε πλήγωσε που δεν μπορούσες να παίξεις στα τελευταία παιχνίδια; Ενώ μάλιστα το ίδιο άτυχος στάθηκε και ο Βιεϊρίνια λίγο καιρό αργότερα…
«Αυτό ήταν ένα αρνητικό σημείο εκείνη τη στιγμή. Για μένα, πόνεσε πολύ γιατί ήξερα ότι ήμασταν πολύ κοντά στην κατάκτηση του τίτλου και ήξερα επίσης ότι ήμουν πολύ σημαντικός παίκτης.
Οπότε, στο μυαλό μου είχα ότι τώρα οι υπόλοιποι θα έπρεπε να συνεχίσουν την ίδια δουλειά χωρίς εμένα. Το μόνο καλό σημείο που θυμάμαι ήταν ότι ήμασταν οκτώ ή εννέα βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη θέση και απέμεναν έξι παιχνίδια. Αυτά ήταν τα πράγματα που έβαλα στην πλάστιγγα, ας πούμε.
Αλλά ήμουν πληγωμένος, πολύ πληγωμένος, γιατί ήξερα ότι θα μπορούσα να τελειώσω το πρωτάθλημα ακόμα καλύτερα. Αλλά έτσι είναι η ζωή, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτα. Ήταν μια πολύ, πολύ δύσκολη στιγμή για μένα».
«Εάν ήξερα ότι θα επέστρεφε ο Λουτσέσκου, θα έμενα 100%»
-Πώς θυμάσαι εκείνες τις γιορτινές στιγμές, μετά την κατάκτηση του νταμπλ; Κάτι που σου έχει μείνει ακόμα και σήμερα;
«Θυμάμαι όταν ήμασταν στο λεωφορείο, ο κόσμος άρχισε να μας πετάει πράγματα να φάμε και να πιούμε (σ.σ. γέλια), γιατί δεν είχαμε καθόλου χρόνο και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Ήταν πραγματικά καταπληκτικές στιγμές!».
-Πώς ήταν η σχέση σου με τον κόσμο του ΠΑΟΚ;
«Δεν έχω τίποτα για το οποίο να παραπονεθώ όσον αφορά τους οπαδούς του ΠΑΟΚ, τίποτα απολύτως. Ήταν πάντα πολύ ευγενικοί μαζί μου. Ακόμα και όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό και ήρθα στην Τούμπα να παίξω εναντίον του ΠΑΟΚ, όταν έγινα αλλαγή και έβγαινα έξω, όλοι οι οπαδοί σηκώθηκαν όρθιοι και άρχισαν να με χειροκροτούν. Έχω τους οπαδούς του ΠΑΟΚ στην καρδιά μου. Ήταν πραγματικά καλοί και ευγενικοί μαζί μου και με την οικογένειά μου. Όλα ήταν καταπληκτικά».
– Εάν ο Λουτσέσκου είχε παραμείνει στον ΠΑΟΚ τότε ή εάν γνώριζες με κάποιον τρόπο ότι θα επιστρέψει, θα παρέμενες στην ομάδα;
«Ναι σίγουρα, αν το ήξερα αυτό, θα έμενα στον ΠΑΟΚ 100%».
-Ο Ραζβάν Λουτσέσκου έχει γράψει τη δική του ιστορία στον ΠΑΟΚ. Μοιάζει να παίρνει πάντα από τους ποδοσφαιριστές κάτι παραπάνω από το 100%. Ως ένας παίκτης που τον βίωσες εκ των έσω, περίγραψέ μου πώς το καταφέρνει;
«Ο Ραζβάν έχει πολύ καλές προπονήσεις, καλές μεθόδους, όλα ήταν εντάξει, αλλά για μένα το πιο σημαντικό πράγμα που αποτέλεσε το «κλειδί», ήταν ο τρόπος που διαχειρίστηκε όλους τους παίκτες στα αποδυτήρια. Γιατί δεν είναι τόσο εύκολο να διαχειριστείς πάνω από 25 παίκτες από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές κουλτούρες.
Και δυστυχώς δεν μπορούν να παίζουν όλοι οι παίκτες. Έτσι, κράτησε αυτή την κατάσταση, είχε ήρεμα τα αποδυτήρια, τις προπονήσεις, είχε τα πάντα υπό έλεγχο. Νομίζω ότι το κλειδί ήταν ο τρόπος που διαχειρίστηκε την ομάδα, τον σύλλογο, ακόμα και τους οπαδούς, γιατί είχαμε πολλή πίεση.
Ήξερε ότι οι παίκτες είχαν καλό προφίλ, καλή τεχνική και εμπειρία, και μετά, έκανε τις προπονήσεις, τα έβαλε όλα μαζί και οι παίκτες έγιναν ακόμα πιο ενωμένοι. Όλα πήγαιναν προς μία κατεύθυνση».

«Στον Παναθηναϊκό οι παίκτες σκέφτονταν περισσότερο τον εαυτό τους παρά το σύνολο»
-Πώς σε έπεισε ο Παναθηναϊκός να ενταχθείς στην ομάδα;
«Ο Παναθηναϊκός είναι επίσης μια πολύ μεγάλη ομάδα στην Ελλάδα. Εκείνη την περίοδο, δεν ήθελα να φύγω από τη χώρα. Είχα προσαρμοστεί στην Ελλάδα με τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου και την οικογένειά μου. Δεν ήθελα να μετακομίσω.
Μετά προέκυψε η πρόταση να πάω εκεί και ήμουν σύμφωνος. Ήξερα ότι κατά τη διάρκεια της παρουσίας μου στον ΠΑΟΚ έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Δούλεψα πολύ, ήμουν πολύ ειλικρινής με όλους στον σύλλογο, δεν είπα ποτέ ψέματα σε κανέναν, οπότε έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό μέσα και έξω από το γήπεδο.
Είχα προσαρμοστεί πολύ στην Ελλάδα τότε. Έτσι, ο Παναθηναϊκός δεν χρειάστηκε να κάνει πολλά για να με πείσει. Η απόφαση δεν ήταν τόσο δύσκολη, αν και φυσικά είναι πάντα δύσκολο να μετακινείσαι από τη μία ομάδα στην άλλη. Αλλά ταυτόχρονα είναι το ποδόσφαιρο, η ζωή μου, δεν μπορούσα να σταματήσω την καριέρα μου, είμαι επαγγελματίας παίκτης, έχω τους στόχους μου και έπρεπε να συνεχίσω να δουλεύω. Ήμουν λοιπόν ανοιχτός να ακούσω την πρόταση και τελικά μετακόμισα».
-Την πρώτη σου χρονιά στον Παναθηναϊκό τα πράγματα δεν πήγαν πολύ καλά. Τι θεωρείς ότι έφταιξε και πώς άλλαξε η κατάσταση, για να φτάσετε τη δεύτερη χρονιά σου ως την κατάκτηση του Κυπέλλου;
«Όταν ήρθα στον Παναθηναϊκό, μια ομάδα με τεράστια ιστορία στην Ελλάδα, είδα κάποια πράγματα διαφορετικά, ειδικά στα αποδυτήρια. Ξέρεις, η ομάδα δεν ήταν “κοντά”, οι παίκτες σκέφτονταν περισσότερο τον εαυτό τους παρά το σύνολο. Εξεπλάγην με αυτό. Αλλά ήξερα ότι και αυτό είναι μέρος του ποδοσφαίρου.
Μετά άρχισα να προσπαθώ να αλλάξω τους παίκτες, να τους μιλάω. Φυσικά δεν ήταν εύκολο στην αρχή, αλλά μετά όλοι ήταν ανοιχτοί να ακούσουν και να κάνουν πολλά διαφορετικά πράγματα. Και φυσικά αυτό δεν έγινε μόνο λόγω εμού, αλλά επειδή οι ίδιοι οι παίκτες ήταν ανοιχτοί στην αλλαγή.
Οι παίκτες είχαν πολλή ποιότητα και δύναμη, αλλά δεν ήταν ενωμένοι. Νομίζω ότι αυτό ήταν το πρόβλημα στην αρχή που τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Αλλά μετά, βήμα-βήμα, αρχίσαμε να βελτιωνόμαστε και να γινόμαστε καλύτεροι. Και μετά κερδίσαμε το Κύπελλο, ήταν ωραία φίλε, ήταν μια καλή στιγμή».
-Ισχύει πως το καλοκαίρι του 2021 ήσουν κοντά στο να φύγεις από τον Παναθηναϊκό;
«Ναι πράγματι, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι ακριβώς για πού, αλλά είχα αυτή την ευκαιρία να πάρω μεταγραφή και ο Αλαφούζος δεν με άφησε να φύγω. Επίσης, ούτε ο προπονητής με άφησε να φύγω, οπότε απλά έμεινα».

«Ο Γιοβάνοβιτς δεν διαφέρει πολύ από τον Λουτσέσκου»
-Τι πιστεύεις πως ήταν αυτό που άλλαξε ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς στον Παναθηναϊκό;
«Ο Γιοβάνοβιτς νομίζω πως δεν ήταν τόσο διαφορετικός από τον Ραζβάν, ως προς τον τρόπο διαχείρισης. Γιατί και ο Γιοβάνοβιτς διαχειρίστηκε πολύ καλά τα αποδυτήρια, τις προπονήσεις, τους οπαδούς, τη διοίκηση, τα πάντα. Και προσπάθησε να βγάλει περισσότερα πράγματα από τους παίκτες, γιατί ας πούμε ότι πολλοί ήταν κάπως βολεμένοι με την κατάσταση που είχαν στον Παναθηναϊκό.
Όταν ήρθε ο Γιοβάνοβιτς άρχισε να αλλάζει πολλά πράγματα και η κατάσταση γινόταν όλο και καλύτερη. Έχει το δικό του στυλ παιχνιδιού, είναι λίγο δύσκολο, αλλά όταν αρχίσαμε να το καταλαβαίνουμε, αρχίσαμε και να βελτιωνόμαστε πολύ μέσα στο γήπεδο.
Οπότε φυσικά ήταν σημαντικός, ήταν ίσως το κλειδί, αλλά ταυτόχρονα και οι παίκτες άλλαξαν πολύ τη νοοτροπία τους και ήμασταν καλοί, ήμασταν πραγματικά καλοί».
-Πώς θυμάσαι τις μέρες σου στην Ελλάδα;
«Μετά από τα πρώτα μου χρόνια στη Θεσσαλονίκη, άρχισα να καταλαβαίνω πολύ καλά τους οπαδούς, το ποδόσφαιρο και πολλά άλλα πράγματα. Είδα ότι υπάρχει μεγάλη αντιπαλότητα.
Έτσι, όταν πήγα στην Αθήνα έπαθα σοκ, γιατί οι οπαδοί του Ολυμπιακού, οι οπαδοί της ΑΕΚ, οι οπαδοί του Παναθηναϊκού, ήταν όλοι πραγματικά ευγενικοί μαζί μου. Στον δρόμο, στα εστιατόρια, παντού. Και αυτό ήταν μια μεγάλη έκπληξη για μένα γιατί δεν το περίμενα, αφού ήμουν στον ΠΑΟΚ. Οπότε, ο χρόνος μου στην Ελλάδα ήταν καταπληκτικός. Όπως έχω πει πολλές φορές, δεν έχω τίποτα για το οποίο να παραπονεθώ, τίποτα απολύτως».
-Τι επιφυλάσσει το μέλλον για τον Μαουρίσιο;
«Προς το παρόν, αυτό που θέλω είναι να μείνω πολύ κοντά στην οικογένειά μου, να βοηθήσω τη γυναίκα μου στην επιχείρηση που έχει, να βοηθήσω και τον πατέρα μου στη δική του επιχείρηση.
Μόλις ολοκλήρωσα το δίπλωμα License B για να γίνω προπονητής. Προσπαθώ να διαβάζω επίσης, ώστε σύντομα να πάρω και το License A. Καταλαβαίνω ότι είναι αδύνατο να μείνω εκτός ποδοσφαίρου, ειδικά επειδή ο μεγάλος μου γιος, ο Μιγκέλ, παίζει στη Σάο Πάολο. Έχει όνειρο να γίνει ποδοσφαιριστής, οπότε πρέπει να είμαι πολύ κοντά του γιατί ξέρω ότι δεν είναι τόσο απλό να το πετύχεις. Σίγουρα, δεν θα μείνω εκτός ποδοσφαίρου. Αλλά για την ώρα, θέλω απλώς να είμαι κοντά στην οικογένειά μου και τα παιδιά μου. Έλειψα πολύ καιρό από τη Βραζιλία και την πόλη μου, οπότε προσπαθώ να το απολαύσω.
Δεν ξέρω αν θα συνεχίσω να παίζω ποδόσφαιρο. Δεν ήθελα να σταματήσω ακόμα γιατί νιώθω πάθος για το παιχνίδι. Αλλά ξέρω επίσης ότι πολύ σύντομα θα σταματήσω την καριέρα μου. Ίσως σε ένα ή δύο χρόνια, ανάλογα με το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Αν βρω μια καλή ομάδα που θα κατανοήσει το σώμα μου και τις απόψεις μου, γιατί είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνυπολογιστούν. Αλλά είμαι χαρούμενος εδώ στη Βραζιλία και θα δούμε τι θα συμβεί στο μέλλον».



