Συνέντευξη στον Τάσο Φαραό
Ο Νταβίντ Φουστέρ αγαπήθηκε και αγάπησε τον Ολυμπιακό, αποτελώντας έναν πραγματικό «πιστό στρατιώτη» για τους Πειραιώτες.
Ο 44χρονος, πλέον, πρώην Ισπανός μεσοεπιθετικός αποτελεί ένα «μεγάλο» κομμάτι στο αφιέρωμα του Ole.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η Εθνική Ισπανίας, όμως, ήταν απλώς η αφορμή για αυτή την όμορφη συζήτηση.
Πέρα από την αναφορά στη «φούρια ρόχα», ο Νταβίντ Φουστέρ «γύρισε» πίσω σε εκείνα τα έξι χρόνια που πέρασε στο Λιμάνι. Ένα διάστημα που, όπως παραδέχθηκε, έζησε μερικές από τις πιο αξέχαστες στιγμές της ζωής του, κατακτώντας έξι πρωταθλήματα Ελλάδας και τρία εγχώρια Κύπελλα.
Η επίδραση του Ερνέστο Βαλβέρδε και η εξήγηση για το γεγονός πως οι Ισπανοί δείχνουν να ταιριάζουν τόσο με την «κουλτούρα» του Ολυμπιακού, είναι μόνο μερικά από τα σημεία της συνέντευξης που παραχώρησε στο Ole.gr και τον Τάσο Φαραό.
Από την κουβέντα, δεν θα μπορούσε να λείψει η «σύνδεση» που έχει με τους «ερυθρόλευκους», όπως και το πώς κατάφερε να «κερδίσει» τόσο τους φιλάθλους, όσο και κάθε προπονητή με τον οποίο συνεργάστηκε.
Παράλληλα, ο Νταβίντ Φουστέρ αναφέρθηκε στην επίσκεψή του στην Ελλάδα μαζί με τον γιο του, πριν από μερικούς μήνες, όταν παρακολούθησε τη νίκη του Ολυμπιακού επί της Μπάγερ Λεβερκούζεν, στο πλαίσιο της League Phase του Champions League. Μία περίοδος, όπου επισκέφθηκε και το μουσείο των «ερυθρολεύκων».
Όσο για μία πιθανή επιστροφή στους Πειραιώτες από άλλο πόστο, ο Ισπανός άφησε τα πάντα ανοιχτά. Όλα αυτά, σε μία συνέντευξη που ξεπερνά τις 2.000 λέξεις!
-Πώς είναι η ζωή σου αυτή την περίοδο;
«Όλα πάνε καλά, για να είμαι ειλικρινής. Είμαι ακόμα πολύ συνδεδεμένος με το ποδόσφαιρο καθημερινά, απλώς από μια διαφορετική οπτική γωνία πλέον. Έχω δουλέψει πολύ πάνω στην ανάπτυξη παικτών, στην εκπαίδευση προπονητών και στην ανάλυση, και απολαμβάνω πραγματικά αυτή τη διαδικασία.
Το ποδόσφαιρο μού έδωσε τόσα πολλά κατά τη διάρκεια της καριέρας μου, οπότε τώρα προσπαθώ να δώσω κάτι πίσω μέσα από την εμπειρία μου, βοηθώντας παίκτες και προπονητές να εξελιχθούν.
Συμμετέχω επίσης στα Μέσα ενημέρωσης και στην τακτική ανάλυση κατά καιρούς, οπότε το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου».
-Έχεις προσθέσει στο βιογραφικό σου τα προπονητικά διπλώματα της UEFA. Θα σε ενδιέφερε να ασχοληθείς ενεργά με τον ρόλο του προπονητή ή προτιμάς κάτι διαφορετικό στον χώρο του ποδοσφαίρου;
«Ναι, ολοκλήρωσα τα προπονητικά μου διπλώματα UEFA επειδή ήθελα να προετοιμαστώ σωστά για το μέλλον. Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται πολύ γρήγορα και πάντα ήθελα να κατανοήσω το παιχνίδι σε βάθος, όχι μόνο ως παίκτης αλλά και από την πλευρά του προπονητή.
Φυσικά, το να γίνω πρώτος προπονητής είναι κάτι που με ενδιαφέρει. Είναι μια όμορφη πρόκληση και μία από τις υψηλότερες ευθύνες στο ποδόσφαιρο.
Αλλά την ίδια στιγμή, απολαμβάνω επίσης ρόλους που σχετίζονται με την ανάπτυξη των παικτών, την τακτική δουλειά και τη βοήθεια ώστε οι ποδοσφαιριστές να βελτιωθούν ατομικά.
Νομίζω ότι το σύγχρονο ποδόσφαιρο χρειάζεται και ειδικούς, όχι μόνο προπονητές. Αυτή τη στιγμή είμαι ανοιχτός σε διαφορετικές ευκαιρίες, αν το πρότζεκτ και το περιβάλλον είναι τα κατάλληλα».
«Είναι δύσκολο να επαναληφθεί ό,τι συνέβη την τετραετία 2008-12»
-Η Εθνική Ισπανίας τα τελευταία χρόνια βλέπουμε πως θυμίζει ξανά την ομάδα που είχε κατακτήσει τα πάντα την περίοδο 2008-12. Ποιο πιστεύεις πως είναι το σημείο κλειδί, που την βοήθησε να επιστρέψει;
«Νομίζω ότι ο σημαντικότερος παράγοντας ήταν ότι η Ισπανία ανέκτησε την ταυτότητά της. Για κάποια χρόνια, ίσως η ομάδα προσπαθούσε να ελέγξει τα παιχνίδια χωρίς αρκετή επιθετικότητα ή κάθετο ποδόσφαιρο. Τώρα βλέπεις μία Ισπανία που θέλει ακόμα την κατοχή, αλλά με πολύ περισσότερη ένταση, ταχύτητα και αμεσότητα.
Η εμφάνιση νεαρών παικτών ήταν επίσης πολύ σημαντική. Παίκτες όπως ο Λαμίν Γιαμάλ, ο Πέδρι, ο Νίκο Ουίλιαμς ή ο Ρόδρι συνδυάζουν την τεχνική ποιότητα με την προσωπικότητα και την ανταγωνιστικότητα.
Και επίσης νομίζω ότι η ατμόσφαιρα γύρω από την εθνική ομάδα έγινε ξανά πιο υγιής, πιο ενωμένη, πιο ταπεινή και πιο συγκεντρωμένη στο ποδόσφαιρο».
-Εκείνη την τετραετία (2008-12), η Ισπανία ήταν ένα πραγματικό φόβητρο για κάθε αντίπαλο. Θεωρείς πιθανό να δούμε πάλι κάτι αντίστοιχο, ως επακόλουθο μετά την κατάκτηση του EURO 2024;
«Είναι δύσκολο να επαναληφθεί αυτό που συνέβη μεταξύ 2008 και 2012, επειδή εκείνη η γενιά πέτυχε κάτι σχεδόν αδύνατο. Το να κερδίσεις δύο EURO και ένα Παγκόσμιο Κύπελλο στη σειρά είναι εξαιρετικό.
Αλλά πιστεύω ότι αυτή η ομάδα της Ισπανίας μπορεί να κυριαρχήσει στο διεθνές ποδόσφαιρο για χρόνια, αν συνεχίσει να εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο. Έχουν ταλέντο, προσωπικότητα, τακτική αντίληψη και, το πιο σημαντικό, νεαρούς παίκτες με τεράστια περιθώρια εξέλιξης.
Η διαφορά είναι ότι σήμερα το ποδόσφαιρο είναι πολύ πιο ανταγωνιστικό σωματικά και τακτικά, οπότε το να παραμένεις στην κορυφή με συνέπεια είναι ακόμα πιο δύσκολο από ό,τι πριν».

-Στο Παγκόσμιο Κύπελλο, η Ισπανία αποτελεί δίχως αμφιβολία ένα από τα μεγάλα φαβορί. Πόσο πιθανό θεωρείς ότι είναι να κερδίσει το τρόπαιο και ποια ομάδα νομίζεις πως μπορεί να την δυσκολέψει περισσότερο;
«Η Ισπανία είναι σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα φαβορί. Έχει ένα πολύ πλήρες ρόστερ και μια ξεκάθαρη ποδοσφαιρική ταυτότητα, κάτι που είναι πάντα σημαντικό στα τουρνουά.
Αλλά η κατάκτηση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου εξαρτάται από πολλές λεπτομέρειες. Τραυματισμοί, μομέντουμ, δύσκολες στιγμές, νοοτροπία υπό πίεση…
Οπότε το να είσαι φαβορί δεν εγγυάται τίποτα. Για μένα, ομάδες όπως η εθνική Γαλλίας είναι πάντα εξαιρετικά επικίνδυνες λόγω της σωματικής τους δύναμης και του ατομικού τους ταλέντου. Και ποτέ δεν μπορείς να υποτιμήσεις ομάδες όπως η εθνική Αργεντινής ή η εθνική Βραζιλίας, επειδή ξέρουν πώς να ανταγωνίζονται σε αυτά τα τουρνουά. Αλλά η Ισπανία έχει σίγουρα την ικανότητα για να το κερδίσει».
-Είναι η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2010 η μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία της Ισπανίας; Και πώς έζησες εσύ εκείνο το βράδυ;
«Ναι, νομίζω ότι η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010 είναι πιθανώς το μεγαλύτερο επίτευγμα στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου. Όχι μόνο επειδή ήταν το πρώτο, αλλά λόγω του τρόπου με τον οποίο εκείνη η ομάδα αντιπροσώπευε το ποδόσφαιρο. Κυριαρχούσαν στα παιχνίδια μέσα από την προσωπικότητα, την ευφυΐα και τη συλλογική αντίληψη. Εκείνη η ομάδα ενέπνευσε πολλούς παίκτες και προπονητές σε όλο τον κόσμο.
Προσωπικά, έζησα εκείνη τη νύχτα με τεράστια συγκίνηση και περηφάνια, όπως κάθε Ισπανός φίλαθλος. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που δεν ξεχνάς ποτέ. Ένιωθες ότι όλη η χώρα ήταν ενωμένη πίσω από την ομάδα, και για τους παίκτες της γενιάς μου ήταν επίσης μια πηγή κινήτρου, επειδή έδειξε ότι το ισπανικό ποδόσφαιρο είχε φτάσει στην κορυφή».
«Έμαθα πολλά από τον Βαλβέρδε»
-Εκείνο το καλοκαίρι ήρθες και εσύ στον Ολυμπιακό. Ήταν ο Ερνέστο Βαλβέρδε εκείνος που σε έπεισε να έρθεις; Πόσο κοντινή είναι η σχέση σας;
«Ναι, φυσικά, ο Ερνέστο Βαλβέρδε ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας στην απόφασή μου. Είχα συνεργαστεί μαζί του στη Βιγιαρεάλ και με γνώριζε πολύ καλά, τόσο ως παίκτη όσο και ως άνθρωπο.
Όταν ένας προπονητής σαν αυτόν σου δείχνει εμπιστοσύνη, αυτό σου δίνει μεγάλη ασφάλεια πριν κάνεις ένα τόσο σημαντικό βήμα στο εξωτερικό.
Η σχέση μου μαζί του ήταν πάντα εξαιρετική. Είναι ένας από τους προπονητές που με επηρέασαν περισσότερο στην καριέρα μου. Πέρα από τις ποδοσφαιρικές γνώσεις, έμαθα πολλά από τον τρόπο που διαχειριζόταν τους ανθρώπους και δημιουργούσε ισχυρά αποδυτήρια».

-Έμεινες για έξι χρόνια στον Ολυμπιακό και λατρεύτηκες όσο λίγοι. Γενικά, οι Ισπανοί, είτε οι ποδοσφαιριστές είτε οι παίκτες, δείχνουν να ταιριάζουν πολύ με την κουλτούρα του Ολυμπιακού. Πώς το εξηγείς;
«Νομίζω ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι. Πρώτον, το ισπανικό ποδόσφαιρο και ο Ολυμπιακός μοιράζονται μια επιθετική νοοτροπία. Οι οπαδοί θέλουν να βλέπουν προσωπικότητα, τεχνική ποιότητα, θάρρος με την μπάλα και πάθος στο γήπεδο. Οι Ισπανοί παίκτες συνήθως προσαρμόζονται καλά σε αυτό το στυλ.
Αλλά πέρα από το ποδόσφαιρο, νομίζω ότι οι Έλληνες εκτιμούν πολύ τη δέσμευση και την ειλικρίνεια. Αν νιώσουν ότι σέβεσαι τον σύλλογο και δίνεις τα πάντα για τη φανέλα, τότε σου δείχνουν απίστευτη αγάπη. Αυτή η σύνδεση είναι πολύ ισχυρή στον Ολυμπιακό. Μόλις οι οπαδοί νιώσουν ότι παλεύεις γι’ αυτούς, δεν το ξεχνούν ποτέ».
-Στον Ολυμπιακό κατέκτησες τίτλους, έζησες μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές, ενώ δέχθηκες και την τεράστια αγάπη του κόσμου προς εσένα. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή που ξεχωρίζεις; Κάτι που όταν το θυμάσαι συγκινείσαι ακόμα και σήμερα;
«Υπάρχουν πολλές στιγμές ειλικρινά, γιατί τα έξι χρόνια σού χαρίζουν αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Αλλά αν έπρεπε να επιλέξω μία στιγμή, ίσως θα έλεγα την κατάκτηση του πρώτου μου πρωταθλήματος με τον Ολυμπιακό. Και επίσης τις απίστευτες ευρωπαϊκές βραδιές και τα ντέρμπι κόντρα στον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ ή τον ΠΑΟΚ. Η ατμόσφαιρα στο Γ. Καραϊσκάκης εκείνες τις νύχτες ήταν κάτι δύσκολο για να το περιγράψεις.
Μπορούσες να νιώσεις τη συγκίνηση, την πίεση, τη σύνδεση μεταξύ της ομάδας και των φιλάθλων. Αυτές είναι στιγμές που σου μένουν για πάντα, επειδή συνειδητοποιείς πόσο δυνατό μπορεί να είναι το ποδόσφαιρο συναισθηματικά».
«Όταν παίζεις για τον Ολυμπιακό, καταλαβαίνεις γρήγορα την ευθύνη του να φοράς αυτή τη φανέλα»
-Η τελευταία σου βραδιά στον Ολυμπιακό ήταν ιδιαίτερα συναισθηματική για εσένα. Θα ήθελες να συνεχίσεις εκείνη την περίοδο στην ομάδα;
«Ειλικρινά, ναι. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα ακόμα πολύ συνδεδεμένος με τον σύλλογο, την πόλη και τους οπαδούς. Ο Ολυμπιακός είχε γίνει κομμάτι της ζωής μου, όχι απλώς ένας ακόμη σύλλογος στον οποίο αγωνίστηκα.
Οπότε συναισθηματικά, φυσικά και θα ήθελα να συνεχίσω. Αλλά το ποδόσφαιρο μερικές φορές παίρνει διαφορετικές κατευθύνσεις και πρέπει να αποδέχεσαι τις αποφάσεις και από τις δύο πλευρές.
Αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία για μένα ήταν να φύγω με την αίσθηση ότι είχα δώσει τα πάντα για τον σύλλογο, και νομίζω ότι η αγάπη των οπαδών εκείνη την τελευταία νύχτα έδειξε ότι ένιωθαν το ίδιο».
-Έχεις χαρακτηριστεί ως ένας «πιστός στρατιώτης» του Ολυμπιακού, με πιο χαρακτηριστική τη φωτογραφία σου από το ματς με τη Μάλμε στο Champions League, όπου σκοράρεις βάζοντας το κεφάλι σου στη… φωτιά. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να δίνεις κάθε φορά πάνω από το 100% του εαυτού σου μέσα στο γήπεδο;
«Για μένα, όλα είχαν να κάνουν με τον σεβασμό. Σεβασμό για τον σύλλογο, για τους φιλάθλους, για τους συμπαίκτες μου και για το ίδιο το επάγγελμα. Δεν ήμουν ποτέ ο πιο ταλαντούχος ή ο πιο γρήγορος παίκτης στο γήπεδο, οπότε ήξερα ότι η αφοσίωση, η νοοτροπία και η θυσία έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτα.
Όταν παίζεις για έναν σύλλογο σαν τον Ολυμπιακό, καταλαβαίνεις γρήγορα την ευθύνη του να φοράς αυτή τη φανέλα. Οι οπαδοί ζουν για το ποδόσφαιρο με απίστευτο πάθος και περιμένουν από τους παίκτες να παλεύουν για κάθε μπάλα.
Εκείνη η εικόνα από τον αγώνα με τη Μάλμε ίσως αντιπροσωπεύει αυτή τη σύνδεση. Μερικές φορές οι φίλαθλοι δεν θυμούνται μόνο τα γκολ ή τις ασίστ. Θυμούνται στιγμές όπου ένιωσαν ότι ένας παίκτης έδωσε πραγματικά τα πάντα για το έμβλημα στη φανέλα. Και ειλικρινά, αυτό σημαίνει για μένα τόσο πολλά όσο οποιοσδήποτε τίτλος».

-Στον Ολυμπιακό συνεργάστηκες με διάφορους προπονητές, με τους περισσότερους να σε εμπιστεύονται «τυφλά». Ποιο στοιχείο του ποδοσφαιριστή Φουστέρ θεωρείς ότι ήταν εκείνο που τους «κέρδιζε»;
«Νομίζω ότι οι προπονητές με εμπιστεύονταν επειδή ήξεραν ακριβώς τι επρόκειτο να πάρουν από μένα κάθε μέρα. Ίσως να μην ήμουν ο πιο θεαματικός παίκτης, αλλά ήμουν αξιόπιστος, πειθαρχημένος και απόλυτα αφοσιωμένος στην ομάδα.
Πάντα προσπαθούσα να καταλάβω τι χρειαζόταν ο προπονητής τακτικά και έβαζα το συλλογικό καλό πάνω από όλα. Στο ποδόσφαιρο, οι προπονητές εκτιμούν τους ταλαντούχους παίκτες, φυσικά, αλλά εκτιμούν επίσης τους παίκτες που μπορούν να εμπιστευτούν σε δύσκολες στιγμές.
Νομίζω ότι αυτή η σταθερότητα και η νοοτροπία ήταν πιθανώς οι ιδιότητες που με βοήθησαν περισσότερο σε όλη την καριέρα μου».
-Φεύγοντας από τον Ολυμπιακό, είχες πει πως η ομάδα μόλις κέρδισε έναν οπαδό. Δεν ήταν απλώς λόγια, αλλά το έκανες και στην πράξη. Παρακολουθώντας πια ως φίλαθλος τον Ολυμπιακό, γιατί πιστεύεις ότι οπαδοί της ομάδας παθιάζονται και αγαπούν τόσο πολύ τον σύλλογο;
«Επειδή ο Ολυμπιακός είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος για πολλούς ανθρώπους στην Ελλάδα. Το νιώθεις πραγματικά αυτό όταν ζεις εκεί. Ο σύλλογος είναι συνδεδεμένος με την ταυτότητα, τα συναισθήματα και την καθημερινότητα των φιλάθλων με έναν πολύ ισχυρό τρόπο.
Το πάθος είναι δύσκολο να εξηγηθεί αν δεν το ζήσεις από μέσα. Ακόμα και τα κανονικά παιχνίδια του πρωταθλήματος μοιάζουν συναισθηματικά έντονα. Και αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι ότι οι οπαδοί στηρίζουν τον σύλλογο με περηφάνια παντού. Στις καλές στιγμές, στις δύσκολες στιγμές, στις ευρωπαϊκές βραδιές, στα εκτός έδρας παιχνίδια…
Υπάρχει πάντα αυτή η αίσθηση ότι «ανήκεις κάπου». Μόλις ζήσεις αυτή την ατμόσφαιρα για χρόνια, ένα κομμάτι σου μένει συνδεδεμένο για πάντα».
«Έζησα το Conference το 2024 με τεράστια συγκίνηση και περηφάνια»
-Πώς έζησες την κατάκτηση του Conference League το 2024; Δεν κατάφερες να έρθεις στην Αθήνα, αλλά είμαι σίγουρος πως αν και ήσουν μακριά, ήταν ξεχωριστή μέρα και για εσένα.
«Το έζησα με τεράστια συγκίνηση και περηφάνια. Ειλικρινά, ήμουν απίστευτα χαρούμενος για τον σύλλογο και για τους οπαδούς, γιατί ξέρω τι σημαίνει γι’ αυτούς η ευρωπαϊκή επιτυχία.
Η κατάκτηση ενός ευρωπαϊκού τροπαίου είναι ιστορική για το ελληνικό ποδόσφαιρο και ειδικά για τον Ολυμπιακό. Παρόλο που δεν ήμουν στην Αθήνα, ένιωσα τη συγκίνηση από μακριά, επειδή η σύνδεσή μου με τον σύλλογο είναι ακόμα πολύ ισχυρή.
Παρακολούθησα τον τελικό σχεδόν σαν οπαδός με τον γιο μου τον Νίκο, υποφέροντας κατά τη διάρκεια του αγώνα και πανηγυρίζοντας στο τέλος. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που νιώθεις περήφανος που υπήρξες μέρος της ιστορίας του συλλόγου, ακόμα και σε μια άλλη εποχή».
-Μίλησες εκείνο το βράδυ με κάποιον από την ομάδα;
«Ναι, αντάλλαξα μηνύματα με κάποιους ανθρώπους που συνδέονται με τον σύλλογο. Σε τέτοιες νύχτες, πολλοί πρώην παίκτες νιώθουν επίσης συναισθηματικά δεμένοι, επειδή ξέρουμε τι αντιπροσωπεύει το έμβλημα στην καρδιά. Υπήρχε πολλή χαρά και συγκίνηση. Μπορούσες να νιώσεις ότι δεν ήταν απλώς ένα ακόμη τρόπαιο. Ήταν κάτι ιστορικό που οι άνθρωποι ονειρεύονταν για τον σύλλογο για πολλά χρόνια».
«Ήθελα ο γιος μου να καταλάβει τι σημαίνει ο Ολυμπιακός για εμένα»
-Πρόσφατα ήρθες στην Ελλάδα με τον γιο σου και παρακολούθησες ένα παιχνίδι του Ολυμπιακού στο Champions League. Ένιωθες την ανάγκη να μοιραστείς μαζί του ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της καριέρας σου;
«Ναι, απολύτως. Ήθελα να καταλάβει τι σημαίνει ο Ολυμπιακός για μένα, επειδή ήταν μια από τις πιο σημαντικές περιόδους της ζωής μου, τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά.
Μερικές φορές τα παιδιά ακούνε ιστορίες, αλλά είναι διαφορετικό όταν μπορούν πραγματικά να δουν το γήπεδο, την ατμόσφαιρα, την αγάπη του κόσμου προς το πρόσωπό μου και να νιώσουν τα συναισθήματα γύρω από τον σύλλογο.
Ήθελα να μοιραστώ αυτή την εμπειρία μαζί του, επειδή εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα μου χάρισαν αξέχαστες αναμνήσεις και βοήθησαν να διαμορφωθεί η καριέρα και η ζωή μου».
-Τότε ήταν και η πρώτη σου επίσκεψη στο νέο Μουσείο του Ολυμπιακού. Πώς ένιωσες όταν είδες την δική σου εικόνα να το κοσμεί;
«Ειλικρινά, ήταν πολύ συγκινητικό και επίσης λίγο σουρεαλιστικό. Όταν παίζεις, δεν σκέφτεσαι ποτέ ότι θα δεις μια μέρα τον εαυτό σου σε ένα μουσείο συνδεδεμένο με την ιστορία του συλλόγου. Είσαι απλώς συγκεντρωμένος στην προπόνηση, στους αγώνες και στο να βοηθάς την ομάδα.
Οπότε το να περπατάω στο μουσείο και να βλέπω στιγμές από την εποχή μου εκεί, μου έφερε πίσω πολλές αναμνήσεις και συναισθήματα. Με έκανε επίσης να νιώσω ευγνωμοσύνη, επειδή μου θύμισε πόσο ξεχωριστό ήταν πραγματικά αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου».
-Θα ήθελες να επιστρέψεις κάποια στιγμή από άλλο πόστο στον Ολυμπιακό;
«Ναι, γιατί όχι; Ο Ολυμπιακός θα έχει πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Φυσικά, το ποδόσφαιρο αλλάζει και ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει το μέλλον, αλλά θα ήμουν πάντα ανοιχτός να ακούσω τον σύλλογο αν υπήρχε ένα πρότζεκτ ή ένας ρόλος όπου θα μπορούσα να βοηθήσω. Αλλά πέρα από οποιονδήποτε ρόλο, η σύνδεσή μου με τον Ολυμπιακό θα παραμένει πάντα ισχυρή, επειδή κάποιοι σύλλογοι μένουν μαζί σου για πάντα».
Δείτε όλες τις συνεντεύξεις του αφιερώματος του Ole.gr, με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026, πατώντας ΕΔΩ.



