Στους κύκλους των αναπτυξιακών προγραμμάτων και τους λάτρεις των νεανίων που δείχνουν να έχουν όλο το μέλλον μπροστά τους, ο γοητευμένος από τους Λος Άντζελες Λέικερς και την αστραφτερή τους, κλασσική, κίτρινη φανέλα Γιαν Μοντέρο, δεν ήταν άγνωστος.
Και πως να είναι με 49 πόντους κόντρα στην Αργεντινή στον μικρό τελικό του FIBA Americup U16 στη Βραζιλία και τα… όργιά του μέσα στο παρκέ, μετρώντας 30.3 πόντους κατά μέσο όρο στο τουρνουά και κατεβάζοντας 9.5 ριμπάουντ;
Η γλώσσα και οι διασυνδέσεις των ισπανικών ομάδων, έπαιξαν τη δική τους σημασία για να πειστεί το νέο, φανταχτερό μεταγραφικό απόκτημα του Ολυμπιακού να ακολουθήσει τον δρόμο της «γηραιάς ηπείρου».
Μερικές από εκείνες, όπως η Γκραν Κανάρια, έχουν εξελίξει σε επιστήμη την εύρεση ταλέντων σε όλη την υφήλιο και την (μπασκετική) ανατροφή και ενηλικίωσή τους.
Μέσα από ένα καταριστμένο πρόγραμμα μπασκετικών και όχι μόνο σπουδών, ετοιμάζουν στο Νησί της Μεσογείου τους πρωταγωνιστές του αύριο, διαθέτοντας την τεχνογνωσία για να κάνουν κάτι τέτοιο.
Η δομή και ο τρόπος λειτουργίας των ακαδημιών της Γκραν Κανάρια, βοήθησε αρκετούς παίκτες να αναδείξουν το ταλέντο τους, επενδύοντας στον εμπλουτισμό των στοιχείων του παιχνιδιού τους. Τη μεταμόρφωση δηλαδή ακατέργαστων «διαμαντιών» σε ΚΕΦΑΛΑΙΑ.
Ιδίως την τελευταία δεκαετία και βάλε όπου Διευθυντής των Ακαδημιών της Γκραν Κανάρια, έχει αναλάβει ο Χουάνμι Μοράλες. Ο άνθρωπος που είτε εντόπισε είτε εξέλιξε είτε έφερε στην Ισπανία πιτσιρικάδες που έκαναν… θόρυβο μετέπειτα. Όπως ο Καλίφα Ντιόπ των Καβς πλέον, ο Έντι Ταβάρες, ο Όλεκ Μπαλτσερόφσκι και φυσικά ο Γιαν Μοντέρο.
Ο Δομινικανός άσος που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα το βράδυ της Τετάρτης (2/9), λαμβάνοντας αποθεωτική υποδοχή από φίλους του Ολυμπιακού που είχαν σπεύσει στο Ελ. Βενιζέλος για να τον καλωσορίσουν, ετοιμάζεται για τη νέα πρόκληση της καριέρας του.
Αφότου φρόντισε να κάνει ολόκληρη τη Euroleague να ασχοληθεί μαζί του και να πέσει στα πόδια του για να τον κάνει δικό του, επέλεξε τον Ολυμπιακό. Και ο άνθρωπος που έζησε από κοντά την εξέλιξή του όντας υπεύθυνος μάλιστα γι’ αυτήν, Χουάνμι Μοράλες, μεταφέρει στους Betarades και το Ole.gr, όλα όσα του έκαναν εντύπωση στον 16χρονο τότε Γιαν Μοντέρο. Που πέρασε για πρώτη φορά τον Ατλαντικό και ευθύς αμέσως ξετύλιξε το ταλέντο του, κερδίζοντας το βραβείο του MVP στο Next Gen της Euroleague τον Δεκέμβρη του 2019.
«Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν η προσωπικότητα και το ταλέντο του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, έπαιζε με τεράστια αυτοπεποίθηση, ωριμότητα και μία ασυνήθιστη διάθεση να αναλαμβάνει την ευθύνη στις κρίσιμες στιγμές.
Το ταλέντο του ήταν, φυσικά, εμφανές, αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η νοοτροπία του. Του άρεσε να ανταγωνίζεται, δεν έκανε ποτέ πίσω μπροστά στις προκλήσεις και πραγματικά απολάμβανε το παιχνίδι» εξήγησε, δίνοντας το στίγμα της υπόλοιπης συζήτησης.
«Ο Μοντέρο είχε ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών διεθνών συλλόγων. Εμείς πιστεύαμε ότι η Γκραν Κανάρια μπορούσε να του προσφέρει το ιδανικό περιβάλλον για να συνεχίσει να εξελίσσεται, τόσο ως παίκτης όσο και ως άνθρωπος.
Ο σύλλογος ήταν ανέκαθεν προσηλωμένος στην ανάπτυξη νεαρών ταλέντων και του παρουσιάσαμε ένα μακροπρόθεσμο πλάνο, βασισμένο στη σκληρή δουλειά και στη συνεχή βελτίωση, αντί για άμεσες υποσχέσεις. Τόσο εκείνος όσο και οι άνθρωποι που βρίσκονταν γύρω του, πίστεψαν σε αυτό το όραμα και νομίζω ότι αποδείχθηκε μια πολύ σημαντική απόφαση για τον ίδιο.
Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι η εξέλιξη ενός παίκτη δεν είναι ποτέ αποτέλεσμα της δουλειάς ενός μόνο ανθρώπου. Πίσω από την πρόοδο του Ζαν, υπήρχε μια εξαιρετική ομάδα επαγγελματιών στην ακαδημία μας. Προπονητές όπως ο Gabi Alonso, ο αθλητικός διευθυντής Armando Guerrero, ο γυμναστής Cristo Guerra, ο φυσιοθεραπευτής Enrique Sánchez, ο υπεύθυνος της εστίας Souleiman Batista, αλλά και πολλοί ακόμη επαγγελματίες, που έπαιξαν θεμελιώδη ρόλο στην εκτόξευση αρκετών παιδιών.
Όλοι μαζί δημιούργησαμε το κατάλληλο περιβάλλον ώστε ο Μοντέρονα εξελιχθεί, τόσο εντός όσο και εκτός παρκέ. Αυτή η συλλογική προσπάθεια ήταν ανέκαθεν ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του προγράμματος ανάπτυξης νεαρών παικτών της Γκραν Κανάρια», απάντησε στο story της εκκίνησης της συνύπαρξής τους.
Και συνέχισε λέγοντας πως… «Ο Ζαν είναι αναμφίβολα ακόμη ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το ισπανικό μπάσκετ — και ιδιαίτερα η Γκραν Κανάρια — έχει εξελιχθεί σε έναν ιδιαίτερα ελκυστικό προορισμό για νεαρά ταλέντα από όλο τον κόσμο. Με την πάροδο των χρόνων, οι σύλλογοι έχουν επενδύσει σημαντικά στον εντοπισμό παικτών με προοπτική και στην υποστήριξη της εξέλιξής τους.
Το κλειδί δεν είναι μόνο να εντοπίζεις το ταλέντο, αλλά και να δημιουργείς το κατάλληλο περιβάλλον ώστε αυτό να μπορέσει να ανθίσει. Οι νεαροί παίκτες λαμβάνουν υψηλού επιπέδου προπονητική καθοδήγηση, αγωνίζονται καθημερινά και εξελίσσονται μέσα σε ένα επαγγελματικό πλαίσιο. Αυτός ο συνδυασμός έχει καταστήσει την ακαδημία μας, σε έναν από τους καλύτερους προορισμούς στην Ευρώπη για την επιτάχυνση της εξέλιξης παικτών με εξαιρετικές δυνατότητες.»
Το ταλέντο ήταν πάντα εκεί αλλά για να μπορέσει να εξελιχθεί και να αναδειχθεί, πρέπει να «περικυκλωθεί» από τις κατάλληλες συνθήκες. Και εκεί δόθηκε η έμφαση στην περίπτωση του Μοντέρο…
«Το ταλέντο του με την μπάλα ήταν ήδη εξαιρετικό, όμως στόχος μας ήταν να τον βοηθήσουμε να γίνει ένας πιο ολοκληρωμένος παίκτης.
Δώσαμε μεγάλη έμφαση στη λήψη αποφάσεων, στην κατανόηση του ρυθμού και του τέμπο του παιχνιδιού, στη συνέπεια στην άμυνα, καθώς και στο να γνωρίζει πότε πρέπει να δημιουργεί για τον εαυτό του και πότε για τους συμπαίκτες του.
Παράλληλα, ωρίμασε σημαντικά τόσο σε σωματικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο. Οι παίκτες με το επιθετικό ταλέντο του, συχνά ξεχωρίζουν χάρη στην ικανότητά τους στο σκοράρισμα, όμως το μεγαλύτερο άλμα στην εξέλιξή τους έρχεται όταν βελτιώνουν τις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά στο υψηλότερο επίπεδο.
Ο Μοντέρο ήταν πάντα ένα χαμογελαστό και γεμάτο αυτοπεποίθηση παιδί, με τεράστιο πάθος για το μπάσκετ. Έφερνε καθημερινά μεγάλη ενέργεια στην ομάδα και είχε απίστευτη επιθυμία να βελτιώνεται.
Δεν ήταν ικανοποιημένος απλώς και μόνο επειδή ήταν ένας ταλαντούχος παίκτης — πάντα ήθελε να κάνει το επόμενο βήμα. Του άρεσε επίσης πολύ ο ανταγωνισμός και είχε την προσωπικότητα να αναλαμβάνει ευθύνες από πολύ μικρή ηλικία. Αυτό ήταν που τον ξεχώριζε και έχει βοηθήσει για να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται τώρα.»
Όταν ρωτήθηκε ο Χουάνμι Μοράλες για κάποια συγκεκριμένη και ενδεικτική ιστορία που μπορεί να ανακαλέσει, αναφέρθηκε στη συνέπεια του νέου μεταγραφικού αποκτήματος του Ολυμπιακού.
«Αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι η συνέπειά του. Δεν είχε σημασία αν επρόκειτο για μια συνηθισμένη προπόνηση ή για ένα σημαντικό παιχνίδι — αγωνιζόταν με την ίδια ένταση κάθε μέρα. Αυτό τον έκανε απολαυστικό στη συνεργασία, γιατί ήξερες πάντα ότι θα πίεζε τον εαυτό του μέχρι τα όριά του. Το ταλέντο είναι πάντα πολύτιμο, αλλά το εκτιμάς ακόμη περισσότερο όταν συνοδεύεται από πραγματικά ανταγωνιστική νοοτροπία.
Το γήπεδο όπου κάναμε προπόνηση βρισκόταν ακριβώς δίπλα στα γραφεία της ακαδημίας. Κάθε φορά που ο Jean δεν ήταν στην τάξη ή δεν συμμετείχε σε ομαδικές ή ατομικές προπονήσεις με τους προπονητές μας, μπορούσες να ακούσεις τον ήχο μιας μπάλας μπάσκετ να αντηχεί μέσα στο γήπεδο. Κοιτούσες μέσα και ήταν εκεί, να δουλεύει μόνος του — κάθε μέρα. Τελειώματα φάσεων, σουτ μετά από ντρίμπλα, σουτ από μεγάλη απόσταση, pull up… Έμενε στο γήπεδο συνεχώς και δούλευε επιπλέον.»
Η ανδρική ομάδα της Γκραν Κανάρια μπορεί να μην επωφελήθηκε από το ταλέντο του Ζαν Μοντέρο, συνέβη όμως αυτό μετέπειτα με την Μπέτις, την Ανδόρα, τη Βαλένθια και φυσικά το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Αυτή άλλωστε είναι η φύση της ομάδας των Κανάριων Νήσων και η φιλοσοφία της.
«Κάθε παίκτης έχει τη δική του διαδρομή. Σε επίπεδο ακαδημιών, τόσο με την εφηβική ομάδα όσο και με την ομάδα μας στη Segunda FEB (3η κατηγορία), η στάση, η εξέλιξη και οι εμφανίσεις του Ζαν ήταν εξαιρετικές.
Κατακτήσαμε πειστικά το EuroLeague Next Generation Tournament στη Βαλένθια, υπό τις οδηγίες του προπονητή Gabi Alonso, σε μια ομάδα στην οποία, μαζί με τον Μοντέρο, αγωνίζονταν και παίκτες όπως οι Khalifa Diop, Adrián del Cerro, Gerardo Pérez, Rubén López de la Torre, Pedro López San Vicente, Alberto Redondo και Guillermo García.
Σε ηλικία μόλις 17 ετών, κυριάρχησε στη Segunda FEB και ήταν πραγματικά απόλαυση να τον παρακολουθείς να αγωνίζεται.
Ο Ζαν αγωνίστηκε επίσης και με την πρώτη ομάδα. Θυμάμαι πολύ έντονα ένα παιχνίδι στη Βιτόρια, όπου κερδίσαμε την Baskonia και εκείνος πραγματοποίησε πολύ καλή εμφάνιση.
Ίσως ένιωθε ότι όλα έπρεπε να γίνουν πιο γρήγορα. Κοιτάζοντας, όμως, πίσω, πιστεύω ότι εκείνη η περίοδος ήταν ένα σημαντικό κομμάτι της εξέλιξής του. Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν σταμάτησε ποτέ να βελτιώνεται.»
Όπως συνέβη και με τον Μοντέρο, η Γκραν Κανάρια αποτέλεσε σχολείο μεγάλο και για τον Όλεκ Μπαλτσερόφσκι. Πρώην παίκτη των ακαδημιών της, του Παναθηναϊκού και νυν της Μπαρτσελόνα.
«Ο Όλεκ ήρθε στον σύλλογο μόλις στα 13 του χρόνια και η εξέλιξή του ήταν πολύ πιο σταδιακή σε σχέση με εκείνη του Μοντέρο. Με τα χρόνια, όμως, εξελίχθηκε κι εκείνος σε ένα εξαιρετικό ταλέντο.
Διέθετε εξαιρετικά σωματικά προσόντα, εξαιρετική νοοτροπία και τεράστια διάθεση να μάθει. Ήταν πάντα πολύ δεκτικός στις οδηγίες των προπονητών και αφοσιωμένος στη βελτίωσή του κάθε μέρα.
Ήταν πραγματικά χαρά να συμβάλλουμε στην εξέλιξή του, γιατί καταλάβαινε απόλυτα ότι το ταλέντο από μόνο του δεν είναι ποτέ αρκετό.
Το να βλέπεις και τους δύο να καθιερώνονται στην ελίτ του ευρωπαϊκού μπάσκετ είναι κάτι που σου δίνει τεράστια ικανοποίηση. Είναι, επίσης, μια απόδειξη της σημασίας που έχει να προσφέρεις στους νεαρούς παίκτες το κατάλληλο περιβάλλον ώστε να μπορέσουν να εξελιχθούν.»
Ολοκληρώνοντας, ο κύριος επί χρόνια head των Ακαδημιών της Γκραν Κανάρια κατέθεσε την άποψή του και αναφορικά με τη νέα πρόκληση στην καριέρα του Μοντέρο, τον Ολυμπιακό. Και εξέφρασε τη βεβαιότητά του, πως θα πετύχει και στους πρωταθλητές Ευρώπης.
«Ο Ολυμπιακός είναι ένας από τους μεγαλύτερους συλλόγους της Ευρώπης, με κουλτούρα νικητή και εξαιρετικά υψηλές απαιτήσεις. Πιστεύω ότι ο Μοντέρο διαθέτει τόσο το ταλέντο όσο και την προσωπικότητα για να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση.
Είναι ακόμη ένας πολύ νεαρός παίκτης ηλικιακά (σ.σ. γεννημένος το 2003), με πολλά περιθώρια βελτίωσης, όπως έδειξε και υπό τον Πέδρο Μαρτίνεθ στη Βαλένθια. Είμαι πεπεισμένος ότι θα καθιερωθεί ως ένας εκ των κορυφαίων combo guards του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Το να αγωνίζεται σε ένα περιβάλλον όπου η αριστεία απαιτείται καθημερινά μόνο θα τον βοηθήσει να συνεχίσει να εξελίσσεται.»



