Συνέντευξη στον Τάσο Φαραό
Όταν ο Σέικ Ντουκουρέ έπαιρνε το αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 2022, αναζητούσε ένα «restart» στην καριέρα του.
Ο Άρης τού έδωσε την ευκαιρία να επανέλθει μετά τους σοβαρούς τραυματισμούς που αντιμετώπισε και η αλήθεια είναι πως, σε έναν βαθμό, ιδίως στο αρχικό διάστημα της παρουσίας του, το πέτυχε.
Ο 33χρονος πια μέσος, με καταγωγή από την Ακτή Ελεφαντοστού, έμεινε για 2,5 χρόνια περίπου στους «κίτρινους», προτού μετακινηθεί σε μία άλλη ομάδα της συμπρωτεύουσας, τον Ηρακλή.
Έχοντας φορέσει τη φανέλα της Εθνικής του ομάδας σε 21 περιπτώσεις, κατακτώντας μάλιστα το Copa Africa το 2015, ο Σέικ Ντουκουρέ είναι ο κατάλληλος για να «μπει» στη θέση της Ακτής Ελεφαντοστού, στο αφιέρωμα του Ole.gr, με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ο Ίβηρας χαφ, που μέτρησε 49 παιχνίδια με τον Άρη και άλλα 15 με τον Ηρακλή, ξετυλίγει το… νήμα του αντιπροσωπευτικού του συγκροτήματος και επιστρέφει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014. Ή μάλλον για την ακρίβεια, στο ιστορικό για την Εθνική Ελλάδας παιχνίδι με την Ακτή Ελεφαντοστού, αλλά… εφιαλτικό από την άλλη πλευρά για τους Ίβηρες.
Ενώ φυσικά, κάνει μία «στάση» και στην αγαπημένη του στιγμή στην Ελλάδα, που δεν είναι άλλη από την επική ανατροπή του Άρη επί της ΑΕΚ τον Μάιο του 2022, χαρίζοντας στους Θεσσαλονικείς ένα ευρωπαϊκό εισιτήριο.

«Η Ακτή Ελεφαντοστού έχει την ικανότητα για να φτάσει μακριά στο Παγκόσμιο Κύπελλο»
-Έμεινες στην Ελλάδα για περισσότερα από τρία χρόνια συνολικά, σε Άρη και Ηρακλή. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να παραμείνεις για τόσο διάστημα;
«Απόλαυσα το διάστημα που έμεινα στην Ελλάδα. Ήταν μια νέα εμπειρία για μένα σε μια χώρα που δεν γνώριζα και εξεπλάγην με το επίπεδο του πρωταθλήματος. Και νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια το πρωτάθλημα βελτιώθηκε. Πολλοί παίκτες πηγαίνουν τώρα στην Ελλάδα.
Μου άρεσε λόγω του επιπέδου, αλλά και λόγω της ζωής. Πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλά καλά πράγματα. Είναι ένα καταπληκτικό μέρος για να ζεις. Επίσης, όσον αφορά τον τρόπο εργασίας και τους συλλόγους, νομίζω ότι είναι πολύ επαγγελματικός και βελτιώνεται κάθε χρόνο, και μπορούμε να το δούμε αυτό από τον αριθμό των παικτών που πηγαίνουν κάθε χρόνο στην Ελλάδα.
Η αλήθεια είναι πως μου λείπει πολύ η Θεσσαλονίκη και η Ελλάδα γενικότερα. Ερωτεύτηκα πραγματικά την ελληνική κουλτούρα. Οι άνθρωποι είναι πολύ θερμοί, πολύ ευγενικοί, με αξίες. Έκανα πάρα πολύ καλούς φίλους εκεί, με τους οποίος κρατώ επαφή, και είναι μια πόλη που την έχω στην καρδιά μου».
-Ποιος είναι ο στόχος της εθνικής ομάδας της Ακτής Ελεφαντοστού για το Παγκόσμιο Κύπελλο; Πόσο μακριά πιστεύεις ότι μπορεί να φτάσει;
«Ο στόχος της εθνικής ομάδας της Ακτής Ελεφαντοστού είναι να πάει όσο το δυνατόν πιο μακριά. Νομίζω ότι ως αφρικανική ομάδα, θα πρέπει να σπάσουμε αυτόν τον πάγο του να σκεφτόμαστε πάντα ότι μπορούμε απλά να φτάσουμε μέχρι την πρώτη φάση.
Πιστεύω ότι κάθε αφρικανική ομάδα πρέπει να προκαλέσει τον εαυτό της πολύ περισσότερο και να προσπαθήσει να φτάσει στην τελευταία φάση του Μουντιάλ. Θα μπορούσε να είναι ο ημιτελικός. Το είδαμε με το Μαρόκο στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Και νομίζω ότι η Ακτή Ελεφαντοστού έχει την ικανότητα να φτάσει σε αυτού του είδους το επίπεδο. Θα είναι, φυσικά, πιο δύσκολο επειδή υπάρχουν περισσότερες ομάδες. Αλλά έχουμε την ποιότητα, και πιστεύω ότι φέτος οι αφρικανικές ομάδες έχουν περισσότερο κίνητρο και έχουν κάνει καλύτερη προετοιμασία για να πάνε μακριά».
-Ποιος παίκτης ξεχωρίζει και ποιος πιστεύεις ότι θα μπορούσε να έχει πραγματικό αντίκτυπο στη διοργάνωση;
«Στην Ακτή Ελεφαντοστού, στο επιθετικό κομμάτι, έχουμε καλούς παίκτες. Νομίζω ότι ο Νικολά Πεπέ είναι ένας από τους καλούς παίκτες της ομάδας, επειδή παίζει στη La Liga, στη Βιγιαρεάλ, και ήταν ένας από τους καλύτερους παίκτες του ισπανικού πρωταθλήματος.
Και μου αρέσει επίσης ο Γκελά Ντουέ, ο δεξιός μπακ του Στρασβούργου, που για μένα είναι ένας από τους παίκτες που προσφέρουν πάντα πολλά και είναι υποτιμημένος. Νομίζω ότι δεν τον ξέρει πολύς κόσμος, αλλά πιστεύω ότι θα γίνει ένας από τους καλύτερους δεξιούς μπακ στον κόσμο».
«Το Ελλάδα-Ακτή Ελεφαντοστού το 2014 ήταν ένας εφιάλτης»
-Η Ακτή Ελεφαντοστού επιστρέφει στο Παγκόσμιο Κύπελλο μετά από 12 χρόνια. Πώς αντέδρασαν οι άνθρωποι στην πατρίδα σου;
«Ήταν όλοι πολύ χαρούμενοι, φυσικά, επειδή δεν είχαμε φτάσει στο Παγκόσμιο Κύπελλο εδώ και πολλά χρόνια.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν ήμουν εγώ στην εθνική ομάδα, ήταν ένα παιχνίδι που παίξαμε στην Ακτή Ελεφαντοστού εναντίον του Μαρόκου, το 2017. Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι και έπρεπε να νικήσουμε για να πάμε στο Παγκόσμιο Κύπελλο, όμως αποτύχαμε στην έδρα μας. Και όλοι ήταν πολύ θυμωμένοι. Αυτό είναι φυσιολογικό.
Έχω, λοιπόν, τέτοιες αναμνήσεις, που μας έκαναν να περιμένουμε αυτή τη στιγμή εδώ και πολύ καιρό. Και τώρα που την έχουμε, νομίζω ότι όλοι είναι χαρούμενοι και συνειδητοποιούμε ότι είναι κάτι σημαντικό για εμάς, επειδή η Ακτή Ελεφαντοστού είναι μία από τις καλύτερες ομάδες στην Αφρική».
-Πίσω στο 2014, η Ακτή Ελεφαντοστού αντιμετώπισε την Ελλάδα σε ένα παιχνίδι-θρίλερ. Πώς θυμάσαι εκείνο το ματς;
«Δυστυχώς, θυμάμαι πολύ καλά αυτό το παιχνίδι επειδή ήμουν νέος και δεν ήξερα την Ελλάδα πολύ καλά εκείνη τη στιγμή. Ήξερα ότι είχαμε μια πολύ καλή γενιά, ίσως την καλύτερη, με μεγάλους παίκτες όπως ο Ντρογκμπά, ο Γιαγιά Τουρέ και άλλοι.
Και αυτό το παιχνίδι ήταν ένας εφιάλτης. Κερδίζαμε και είχαμε σχεδόν προκριθεί, όμως κάναμε ένα λάθος την τελευταία στιγμή, ένα πέναλτι. Η Ελλάδα σκόραρε και δεν μπορέσαμε να περάσουμε στην επόμενη φάση της διοργάνωσης.
Ένιωθα πολύ άσχημα, θυμάμαι, επειδή ήταν κάτι που περιμέναμε και θα ήμασταν μία από τις πρώτες αφρικανικές ομάδες που θα έφταναν τόσο μακριά στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Εγώ ήμουν πολύ λυπημένος. Δεν ξέρω αν έκλαψα, αλλά σίγουρα ήμουν έτοιμος να κλάψω. Eίναι μια πολύ κακή ανάμνηση.
Έχω συζητήσει γι’ αυτή τη στιγμή με τον Λάζαρο Χριστοδουλόπουλο, όταν έπαιζα μαζί του στον Άρη και τον Ηρακλή. Και μου θύμισε αυτό το παιχνίδι επειδή είχε αγωνιστεί. Ήταν λίγο αστείο επειδή γι’ αυτόν ήταν μια πολύ καλή ανάμνηση, αλλά για μένα καθόλου».
«Στην ανατροπή με την ΑΕΚ, το Κλ. Βικελίδης ήταν έτοιμο να… γκρεμιστεί»
-Τι ήταν αυτό που σε έπεισε να αποδεχτείς την προσφορά του Άρη;
«Ήθελα να έχω την ευκαιρία να αγωνιστώ στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και εκείνη τη στιγμή ο Άρης, τον Ιανουάριο, βρισκόταν σε καλό φεγγάρι για να πάρει ένα ευρωπαϊκό εισιτήριο για την επόμενη σεζόν.
Και θυμάμαι ότι ήρθα και πράγματι το πετύχαμε αυτό. Δηλαδή, τερματίσαμε τρίτοι, μία από τις καλύτερες θέσεις που είχε πάρει ο Άρης τις τελευταίες σεζόν.
Έπαιζα επίσης σε όλα τα παιχνίδια. Ήμουν πολύ σημαντικός για την ομάδα επειδή έκανα καλά ματς. Σκόραρα μάλιστα και εναντίον του ΠΑΟΚ στο ντέρμπι στα Play Offs. Είχα την εμπιστοσύνη των πάντων.
Επίσης, ο Άρης είναι μία μεγάλη ομάδα στην Ελλάδα και σίγουρα αποτέλεσε έναν από τους κύριους λόγους που ήθελα να αγωνιστώ εκεί. Οι οπαδοί, επίσης, είναι καταπληκτικοί πραγματικά. Πριν έρθω, είχα δει διάφορα βίντεο με την ατμόσφαιρα στην εξέδρα».
-Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή από την καριέρα σου στην Ελλάδα που κρατάς;
«Ναι, σίγουρα, έχω στο μυαλό μου ορισμένες στιγμές. Πρώτα απ’ όλα, όλες τις νίκες εναντίον του ΠΑΟΚ, επειδή ήταν το ντέρμπι της πόλης. Και θυμάμαι κάποιες νίκες στην Τούμπα, αλλά και στο γήπεδό μας.
Δίχως αμφιβολία, μία από τις καλύτερες αναμνήσεις είναι το γκολ μου εναντίον του ΠΑΟΚ στο Κλεάνθης Βικελίδης, επειδή η ατμόσφαιρα ήταν τρελή! Μετά από αυτό το παιχνίδι έλαβα τόσα πολλά μηνύματα από τους οπαδούς που μου έδιναν συγχαρητήρια και μου έλεγαν ακόμα και ευχαριστώ!
Κάτι ακόμα, που νομίζω ότι είναι μάλιστα η αγαπημένη μου στιγμή, είναι όταν την ίδια σεζόν, στην έδρα μας, παίξαμε εναντίον της ΑΕΚ για την πρόκριση στην Ευρώπη την επόμενη σεζόν. ‘Ήταν σαν τελικός. Όποιος κέρδιζε θα έβγαινε στην Ευρώπη, και κερδίσαμε στην έδρα μας αφού χάναμε κατά τη διάρκεια του αγώνα με 2-0.
Τότε, ο Λουίς Πάλμα σκόραρε, ο Μαντσίνι σκόραρε, και ο Ματέο Γκαρσία ήρθε με τη σειρά του να βάλει γκολ στο… τελευταίο δευτερόλεπτο του αγώνα. Και θυμάμαι ότι το γήπεδο ήταν έτοιμο να… γκρεμιστεί. Ήταν τρελό. Ήταν για εμένα μία από τις καλύτερες εικόνες που έχω δει στην καριέρα μου, όσον αφορά τους οπαδούς. Κάποιοι έκλαιγαν. Το γήπεδο είχε πάρει φωτιά. Όλοι είχαν τρελαθεί. Η καλύτερή μου ανάμνηση στον Άρη είναι αυτή, σίγουρα».
-Κάτι που θα άλλαζες από το διάστημα που έμεινες στην Ελλάδα;
«Όχι, ειλικρινά, ξέρω ότι έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό. Δεν κορόιδεψα ποτέ.
Κατά τα άλλα, ήμουν χαρούμενος με τα πάντα. Πιστεύω ότι κατά την περίοδο που έμεινα τα έδωσα όλα. Και έκανα καλούς φίλους. Έχω ακόμα επαφές εκεί. Η πόλη ήταν καταπληκτική, και ερωτεύτηκα την ελληνική κουλτούρα, καθώς και τη Θεσσαλονίκη. Οπότε, ναι, έχω μόνο καλές αναμνήσεις από εκείνο το διάστημα».
Δείτε όλες τις συνεντεύξεις του αφιερώματος του Ole.gr, με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026, πατώντας ΕΔΩ.



