Η 13η του Μάη 2026 ξημέρωσε σαν να μην τρέχει τίποτα. Ήλιος, ζέστη. Οι άνθρωποι περπατάνε βιαστικά στους δρόμους, αδιάφορα. «Τρέχουν» να προλάβουν, το ρολόι τους ορίζει. Πηγαίνουν στις δουλείες τους, «δημιουργούν», παράγουν.

Ακούνε τον προϊστάμενο να δίνει το τέμπο, σαν να μην έγινε τίποτα. Κοιτάζουν το πρόγραμμα της τηλεόρασης, στα αθλητικά αφού η Γιουροβίζιον και ο Ακίλας, «γέμισε» τη βραδινή ζώνη.

«Ααα, έχει ψωμί σήμερα. Ο Παναθηναϊκός παίζει στη Βαλένθια για να γράψει ιστορία, προημιτελικά μέρος πρώτο για τον Ολυμπιακό. Και στην μπάλα; Playoffs κι ας κρίθηκε το πρωτάθλημα. Τουλάχιστον έχει να δούμε, να περάσει η ώρα.»

Κι έτσι τα λεπτά περνούν σαν μια συνηθισμένη Τετάρτη. Και γιατί να είναι αλλιώς; Συνέβη σε εμάς; Την δικιά μας πόρτα χτύπησε η «ατυχία»; Ένα βλέμμα συμπόνιας «κατασπαράζοντας» τις λέξεις του σημειώματος που στο βωμό του κέρδους άφησαν να δημοσιοποιουθούν και πάμε πάλι από την αρχή. Στα καθ’ ημάς. «Κάτι λάθος θα πήγαινε εκεί…»

Μεγαλώσαμε στην εποχή των επιτευγμάτων. Είδαμε – και συνεχίζουμε να βλέπουμε – τον κόσμο γύρω μας να αλλάζει. Τεχνολογικά «άλματα», ακολουθώντας την ανάγκη για το νέο. Το πιο καινούργιο, το πιο «λαμπερό», το πιο ακριβό.

Μεγαλώσαμε στην εποχή των πελώριων αλλαγών μα την αθωότητά μας, τη χάσαμε γρήγορα. Οι γέννες στα χωράφια και το «στριμωξίδι» στις παραγκουπόλεις με τη μία τουαλέτα ανά 7-8 σπίτια, οι Γερμανοί και η κατοχή, ήσαντο ιστορίες άγνωστες. Αφηγήματα μακρινά που ακούγαμε από τη γιαγιά με το τσεμπέρι, τα τραχιά τα δάχτυλα και την καταπονημένη όψη.

Μεγαλώσαμε στην εποχή των «υπαρξιακών». Στην περίοδο που οι ψυχολόγοι και οι συνεδρίες μαζί τους, παρουσιάζονταν ως ταμπού. Η εσωτερική αναζήτηση θεωρούνταν αδυναμία, η σκέψη από μέσα προς τα έξω, σε «τρέλαινε».

Στους κόλπους ενός συστήματος σαθρού, με εικόνες 50άρηδων και 60άρηδων που λογάριαζαν τη γυναίκα για κτήμα τους. Μεγαλώσαμε με μπόλικο χώρο «κάτω απο το χαλάκι» για να μην έρθουμε αντιμέτωποι με την αλήθεια.

«Μα γιατί; Τα είχαν όλα, ό,τι ζητούσαν. Εμείς δεν είχαμε να φάμε…».

Μεγαλώσαμε σε μια κοινωνία «μηχανών». Που σε κόβει και σε ράβει από το ανάστημά σου και την ταυτότητά σου. Που σε «μετράει» από το «επαγγέλεσθαι», το εισόδημά σου. Μεγαλώσαμε σε μια πυραμίδα όπου η κατάταξη του καθενός, καθορίζεται από δυο εβδομάδες του Μάη. Σε παρωχημένες αντιλήψεις αφού αυτές θα σου δώσουν το «κλειδί της επιτυχίας», θα παίξουν κομβικό ρόλο στην ανέλιξή σου.

Με αυτές τις πεποιθήσεις και αυτές τις αντιλήψεις μεγαλώσαμε. Να καταφέρουμε ό,τι δεν κατάφεραν εκείνοι. Τα πρόσωπα χάνονται, ξεθωριάζουν. «Βαφτίσαμε» τις ιδιαιτερότητές τους με ιατρικούς όρους και τους κατατάξαμε. Τρέξαμε να τους κατηγοριοποιήσουμε.

Και μετά αναρρωτιόμαστε για την υπογεννητικότητα στην Ελλάδα και το ρίχνουμε στις καριέρες, τον σφιχτό οικονομικό κλοιό. Ακόμα κι εκεί, μερικώς εθελοτυφλούμε. Μεγαλώσαμε σε αυτήν την κοινωνία, είδαμε, νιώσαμε. Αλλά αποποιούμαστε των ευθυνών μας. Σαν μηχανισμό αυτοπροστασίας.

Οι νέοι τρομάζουν στη σκέψη να γίνουν γονείς γιατί σκέφτονται ξανά και ξανά τον κόσμο που θα φέρουν τα παιδιά τους. Όχι από αδυναμία αλλά από ωριμότητα.

Η προσγείωση στην «ωμή» πραγματικότητα είναι κάτι παραπάνω από απότομη. Έρχεται κάποια στιγμή που τα… σύννεφα και οι σκάλες που οδηγούν προς τα άστρα, πρέπει να μπουν στην ντουλάπα. Έρχεται κάποια στιγμή που ο κόσμος στενεύει, χάνει τα χρώματά του. Και η διαπίστωση. «Ο κόσμος αυτός δεν είναι πια για μένα…»

Αποτύχαμε. Σαν κοινωνία, σαν πολιτισμός. «Υπαρασπίσου το παιδί γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα» έγραφε το μακρινό 1979 ο «Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ». Η μόνη χαραμάδα φωτός – διότι η εσαεί συμφιλίωση με τη μαυρίλα δεν είναι λύση αλλά παραίτηση – βρίσκεται σε αυτά τα παιδικά και αθώα μάτια.

Στην παραδοχή της αποτυχίας και της ανικανότητας που ευθύνεται για το δικό τους μέλλον. Αλλά και την άνευ όρων στήριξη. Στην παροχή όλων αυτών των εφοδίων που απαιτούνται για να ανταπεξέλθουν στα γρανάζια που «τρώνε τη σάρκα». Με την ελπίδα πως εκείνα, θα εμπιστεύονται την κρίση τους στα διλήμματα και τα «αδιέξοδα». Θα σιχαθούν όλους εμάς και δεν θα κρίνουν αλλά με τον καιρό, θα «πλάσουν» μία αλλιώτικη κοινωνία. Μία καλύτερη, πιο ειλικρινή με λιγότερους έως καθόλου περιθοριοποιημένους. Που θα χωράνε όλοι. Θα φτιάξουν έναν κόσμο που θα είναι και για εκείνους.