Στην απώλεια δεν υπάρχει λάθος και σωστό. Ο ενδεδειγμένος τρόπος και ο «προβληματικός». Ο καθένας (οφείλει να) την βιώνει διαφορετικά βάσει χαρακτήρα, κράσης, ενδογενών και εξωγενών παραγόντων. Κι όπως κι αν το χειριστεί εν τέλει κάποιος, όπως κι αν το αντιμετωπίσει, παραμένει κενό. Μέσα σου ή και έξω από εσένα.
Στην εποχή του διαδικτύου και των social media, οι ιστορίες των ΄«δυνατών» – ψυχικά και όχι σωματοδομικά – λαμβάνουν ιδιαίτερης αναγνώρισης αφού κυκλοφορούν απ’ άκρη σ’ άκρη της γης μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Επικροτούνται, δέχονται τα συγχαρητήρια από άγνωστο κόσμο. Κι ο Τσέις Οντίγκε υπήρξε ένα τέτοιο πρόσωπο τις προηγούμενες ώρες, ακόμα κι αν όλοι τον είδαν να λυγίζει. Αυτή είναι η ουσία, στάθηκε στα πόδια του γιατί είχε κάτι να αποδείξει σε δικούς του ανθρώπους που τον έβλεπαν από εκεί ψηλά. Αυτό τον παρηγορούσε.
Το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας με άλλα έξι αδέρφια που έφτασε μία ανάσα από το βραβείο του αμυντικού της χρονιάς στην τελευταία του σεζόν στο κολέγιο το 2023, αποφάσισε να κάνει το άλμα για την Ευρώπη αφότου έπαιξε επαγγελματικά για πρώτη φορά στην G-League με την αναπτυξιακή ομάδα των Μπουλς.
Στο Βέλγιο και την Οστάνδη πήρε την πρώτη γεύση (2024-25), πριν συνεχίσει την καριέρα του στην Μπόσνα και το FIBA Europe Cup, όπου και ξεκίνησε την τρέχουσα σεζόν. Δεν έμεινε όμως για πολύ. Η Μάλαγα των επιτυχιών τα τελευταία χρόνια πείστηκε και αρχές Δεκέμβρη τον υπέγραψε.
Ο Οντίγκε με τις ρίζες από τη Τζαμάικα ο οποίος ήταν διψήφιος κόντρα στην Καρδίτσα πριν τα Χριστούγεννα (11π., 4 ασ.), ανεβάζει στροφές συνηθίζοντας στις απαιτήσεις και τον ανταγωνισμό της ACB. Το βράδυ του Σαββάτου όμως (10/1) είχε ένα έξτρα κίνητρο, το οποίο δεν συγκρίνεται με πρώην ομάδες, εκδίκηση, απόδειξη σε (πρώην) προπονητή και όλα αυτά τα κλισέ του αθλητισμού.
Ήθελε όσο τίποτα άλλο να κάνει την μητέρα του η οποία «πέταξε για άλλες γειτονιές», να νιώσει υπερήφανη. Και τα κατάφερε με το παραπάνω. Όχι γιατί πραγματοποίησε την καλύτερη και την πιο παραγωγική του εμφάνιση (20π., 2 ασ.) όντας ο πρωταγωνιστής για τους Ανδαλουσιάνους στη νίκη επί της Βαλένθια (70-76). Ούτε διότι χάρις σε εκείνον, βρέθηκε η πρώτη ισπανική ομάδα που κέρδισε τις «νυχτερίδες» σε όλες τις διοργανώσεις στο νέο τους… σπίτι. Αλλά διότι το πάλεψε.
Κι ας βούρκωσε κατά τη διάρκεια του αγώνα κι ας λύγισε στην flash interview μετά την χορταστική και πληθωρική του εμφάνιση. Το τραγικό πρόσωπο της ιστορίας, είχε χάσει πριν από μερικές ώρες την μητέρα του σε συνέχεια της απώλειας του πατέρα του τον περασμένο Μάη. Στα 26 του χρόνια έμεινε ορφανός, ένα πολύ μεγάλο κενό εμφανίστηκε στη ζωή του.
Παρόλα αυτά κι ενώ είχε φυσικά την άδεια από τη Μάλαγα και τον Ιμπόν Ναβάρο να μην αγωνιστεί κόντρα στη Βαλένθια παίρνοντας το αεροπλάνο για τις ΗΠΑ, εκείνος ύψωσε το ανάστημά του. Η καρδιά του είχε «σπάσει», ο ίδιος είχε πλαντάξει.
Ο Τσέις Οντίγκε κόντρα στη Βαλένθια δεν έπαιζε μόνος του. Δεν έπαιζε μόνο για εκείνον. Σε κάθε του ενέργεια, σε κάθε του κίνηση ένιωθε πως οφείλει το κάτι παραπάνω. Η ώθηση από εκεί ψηλά ήταν μεγάλη, η παρακίνηση με την οποία είχε… μπολιάσει τον εαυτό του μετά από την δύσκολη στιγμή που τον βρήκε, ακόμα μεγαλύτερη.
Ακούγεται εγωιστική πράξη αλλά μόνο ως τέτοια δεν διαπράχθηκε η παρουσία του. Δεν ήταν εύκολο, το έκανε για εκείνη αφού αυτό θα ήθελε. Κάθε εύστοχο καλάθι του έμοιαζε με ουρλιαχτό, κάθε τρίποντο στο οποίο ευστοχούσε (4/7), έμοιαζε με προσευχή.
Ο Τσέις Οντίγκε βαστούσε την καλύτερη εμφάνισή του απ’ όταν μεγακόμισε στη Μάλαγα, για την πιο δύσκολη στιγμή του. «Πολύ δύσκολος χρόνος. Έχασα τη μητέρα μου πριν από δύο μέρες, λιγότερο από έναν χρόνο πριν έχασα τον πατέρα μου, τον περασμένο Μάιο. Δεν ήξερα αν ήθελα να παίξω, το είπα χθες στον κόουτς και μου είπε να ‘ρθω στο ταξίδι και να δω τι θα γίνει. Ο Θεός, η μαμά μου, ο μπαμπάς με βλέπουν από εκεί πάνω», είπε κρατώντας μετά βίας το μικρόφωνο για να κάνει δηλώσεις. Καταρακωμένος, με τα ματόκλαδά του βαριά.
Ο Τσέις Οντίγκε το βράδυ του Σαββάτου παρέδωσε σε όλους ένα μεγάλο και ηχηρό μάθημα, δίχως να είναι φυσικά αυτός ο αυτοσκοπός του. Μετάτρεψε το πένθος του σε θάρρος και δύναμη, τα εσωτερικά βογγητά και αναφιλητά σε πάθος, σε… φωτιά.
Κάθε του καλάθι, ένα συναισθηματικό βάρος αλλά και ταυτόχρονα ένα χαμόγελο που έφεγγε και τον οδηγούσε από εκεί ψηλά. Ο Τσέις Οντίγκε έδειχνε την οροφή της Roig Arena. Την «έσκιζε» και πήγαινε η αφιέρωση να βρει το στήριγμά του. Εκείνη που ήταν βέβαιη για εκείνον και την πορεία του, πριν καν το φανταστεί ο ίδιος.
Ο Οντίγκε έπαιζε για δύο, έπαιζε για τρεις κόντρα στη Βαλένθια πριν πάρει το αεροπλάνο για να παρευρεθεί στην κηδεία της μητέρας του. Αισθανόταν το χρέος, ήταν ο δικός του αποχαιρετισμός. Μόνο δικός του.
Γιατί ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό Τσέις Οντίγκε.



