Λίγους μήνες μετά την επιστροφή της Εθνικής ομάδας στο βάθρο των νικητών σε μεγάλη διοργάνωση και τα μετάλλια έπειτα από 16 χρόνια σε απάντηση όσων την αμφισβητούσαν, βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Όπως ποτέ άλλοτε στη διαδικασία των «παραθύρων», η οποία είχε αποδειχθεί πολύ κερδοφόρα για τη «γαλανόλευκη».
Η τρίτη ήττα στη σειρά, αυτή τη φορά από την Ουκρανία, «βύθισε» τη γαλανόλευκη στην τελευταία θέση της κατάταξης στο νέο γκρουπ που δημιουργήθηκε μετά τις συγχωνεύσεις και φούντωσε ακόμα περισσότερο τη «συννεφιά», με το ενδεχόμενο απουσίας από το μεγάλο ραντεβού στην Ασία να μοιάζει κάτι παραπάνω από ορατό πλέον.
Ένα αρνητικό σερί τριών επίσημων αγώνων που είχε να εμφανιστεί σχεδόν δεκαετία για την Εθνική ομάδα και το οποίο έχει μερικές εξηγήσεις.
Όπως συνέβη στα παιχνίδια του προηγούμενου «παραθύρου» με τη Ρουμανία και την Πορτογαλία, έτσι και με την Ουκρανία, η Εθνική ομάδα «πληρώνει» την απόδοσή της στο δεύτερο ημίχρονο. Εκεί οι ανάσες την εγκαταλείπουν αφού το σκοράρισμα κάθε άλλο παρά εύκολο έρχεται μέχρι εκείνο το σημείο. Και ως γνωστόν, όταν αγκομαχάς για να έρθει κάτι, αυξάνονται και οι πιθανότητες οι δυνάμεις σου να σε εγκαταλείψουν.
«Οι Ουκρανοί ήταν μία ταχύτητα πάνω και πιο physical», παραδέχθηκε χωρίς περιστροφές ο Βασίλης Σπανούλης στη συνέντευξη Τύπου. Χαρακτηριστικά που συνήθως συσχετίζονται και με το παραπάνω προαναφερθές γεγονός και για το οποίο είχε γίνει αρκετός λόγος και μετά το 0/2 του προηγούμενου «παραθύρου». Για τη σωματική κατάσταση δηλαδή των διεθνών.
Αυτός είναι και ο λόγος – σε συνδυασμό με τη δυσχερή θέση που έχει βρεθεί η «Επίσημη Αγαπημένη» – για τον οποίο η προετοιμασία της «γαλανόλευκης», έλαβε χώρα σε πολύ υψηλούς ρυθμούς όπως είναι σε θέση να γνωρίζει το Ole.gr.
Προπονήσεις υψηλής έντασης για να βρεθούν οι Έλληνες διεθνείς στην καλύτερη κατάσταση ενόψει των αναμετρήσεων με την Ουκρανία και την Ισπανία στους δύο εκ των έξι «τελικών» που έχει μπροστά της.
Ένα άλλο στοιχείο στο οποίο δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς, έχει να κάνει με τα μαθηματικά. Και το ποσοστό με το οποίο εκτελεί από μακριά η Εθνική ομάδα. Ανά τα χρόνια ανακυκλώνεται η συζήτηση γύρω από τους σουτέρ που (δεν) παράγει η Ελλάδα, η οποία βέβαια κόπασε τα τελευταία δύο καλοκαίρια με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το Ευρωμπάσκετ.
Και αυτό διότι πολλές φορές, το σουτ και κυρίως οι προϋποθέσεις που θα δημιουργηθούν για να εκτελεστεί αυτό, δεν είναι μονάχα υπόθεση του ενός. Κάθε άλλο.
Η Εθνική ομάδα μετά το πέρας 7 αγωνιστικών σε αυτή τη διαδικασία των «παραθύρων», βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις (25η) των προκριματικών της Ευρώπης, με ποσοστό 30.5% συνολικά από το τρίποντο. Μακρινό σουτ στο οποίο παρουσιάζει δύο πρόσωπα, καθορίζοντας έως έναν βαθμό και το τελικό αποτέλεσμα.
Ελλείψει κορμιών στη ρακέτα και με τη δύναμή της να βρίσκεται στα γκαρντ της, η Εθνική ομάδα στηρίζεται αρκετά στο μακρινό της σουτ, εκτελώντας περισσότερα τρίποντα απ’ ότι δίποντα σε όλα της τα παιχνίδια εκτός από το ματς της πρεμιέρας με τη Ρουμανία πριν από 10 μήνες.
Άρα όπως καταλαβαίνει κανείς, το πόσο καλά τα πηγαίνει σε ποσοστό ευστοχίας πίσω από τη γραμμή των 6,75 μέτρων, συμβάλει στη συνολική επιθετική συγκομιδή και συνεπώς στο τελικό αποτέλεσμα.
Ρίχνοντας κανείς μία πιο βαθιά ματιά στις λεπτομέρειες της στατιστικής, θα διακρίνει μία διαφορά στα παιχνίδια που έχει κερδίσει με αυτά που έχει χάσει. Καθώς η Εθνική ομάδα έχει 40 εύστοχα τρίποντα στις τρεις νίκες της και μόλις 34 στις τέσσερις ήττες της. Ένα έλλειμμα δηλαδή της τάξεως των 5 εύστοχων σουτ σχεδόν (15 πόντοι) που πρέπει να ψάξει να βρει από αλλού όταν δεν μπαίνουν τα σουτ.
Έλα όμως που επιμένει σε αυτό καθώς αρκετές φορές, είναι η «εύκολη» επιλογή…
Είναι χαρακτηριστικό δε πως σε κανένα από τα παιχνίδια που γνώρισε την ήττα, δεν σούταρε πάνω από 32% στο τρίποντο κι αυτό, μονάχα στο εκτός με τη Ρουμανία όπου έπαθε μπλακ άουτ στο φινάλε. Σε αντίθεση με τις νίκες της που έχει σταθερά πάνω από 36% (40/103).
Το μακρινό σουτ λοιπόν έχει εξελιχθεί σε αχίλλειος πτέρνα της Εθνικής ομάδας, η οποία συχνά δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις με την κίνηση της μπάλας για ένα ελεύθερο τρίποντο, μεγαλώνοντας τον βαθμό δυσκολίας.



