Ο Ολυμπιακός ταξίδεψε στο Ηράκλειο της Κρήτης με αέρα στα πανιά του, αισιοδοξία που είχε «κερδίσει» με το σπαθί του και ελαφρώς την ταμπέλα του φαβορί. Επέστρεψε το πρωί της Κυριακής (22/2), λίγες ώρες πριν το απαιτητικό ταξίδι στο Κάουνας και τα σπουδαιότερα που έρχονται, λαβωμένος, πληγωμένος και με πρωταρχικό στόχο την ανασύνταξη.

Η σχισμή στις «πληγές» που νομοτελειακά στα μέρη μας ανοίγει και κλείνει μέσα σε ένα 40λεπτο, μεγάλωσε. Επουδενί δεν γιγαντώθηκε με ένα χαμένο Κύπελλο, μα περισσότερο με τα… κακά που τον βρήκαν. Πρώτος και κύριος ο τραυματισμός του Νίκολα Μιλουτίνοφ και ο συναγερμός που έφερε η εικόνα του πονεμένου Σάσα Βεζένκοφ.

Ο εύκολος δρόμος είναι αυτός των δικαιολογιών, για τις οποίες το αγωνιστικό τμήμα του Ολυμπιακού έχει κάθε δικαίωμα. Κάθε αγώνας στο Κλειστό Γυμναστήριο της Νέας Αλικαρνασού ήταν και μία απώλεια. Ένα «χτύπημα» κάτω από τη μέση.

Η αρχή έγινε με τον Ταϊρίκ Τζόουνς που αποτέλεσε τον Σάσα Βεζένκοφ του δευτέρου μέρους στον τελικό της 21ης του Φλεβάρη. Συνεχίστηκε με τον δεξί αντίχειρα του Νίκολα Μιλουτίνοφ, των υπηρεσιών του οποίου θα στερηθεί για πάνω από έναν μήνα και συνεχίστηκε με τον Σάσα Βεζένκοφ. Η κατάσταση του οποίου έχει ανησυχήσει άπαντες στο Λιμάνι.

Συμπεριλαμβανομένου και του ψυχολιγικά ασταθή ενίοτε Τάιλερ Ντόρσεϊ που έπρεπε να ταξιδέψει στην άλλη πλευρά του ωκεανού για να τον έχει ο Ολυμπιακός ψυχή τε και σώματι στη συνέχεια.

Το εν λόγω μονοπάτι όμως ελλοχεύει μεγάλους κινδύνους στα προσεχώς αφού μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητικό. Και η διαχείρηση της ήττας αυτής από πλευράς Πειραιωτών, θα φανερώσει εν πολλοίς και την κατάσταση στην οποία θα βρίσκονται στα κομβικά σημεία της σεζόν που ακολουθούν. Εξαιρουμένου του πολύ σημαντικού κλάδου της υγείας βέβαια που δεν σταματά να τους ταλανίζει.

Κανένα παιχνίδι αυτό καθ’ αυτό, πόσω δε μάλλον ένα ματς τίτλου μεν αλλά εγχώριου Κυπέλλου δε, δεν είναι αρκετό να «βυθίσει» μία ομάδα στην εσωστρέφεια. Και ο Ολυμπιακός το απέδειξε πριν από μερικούς μήνες μετά το Αμπού Ντάμπι όπου βρήκε τα ψυχικά αποθέματα να φέρει τούμπα τη σειρά των Τελικών με τον Παναθηναϊκό για να κλείσει με θετικό πρόσημο τη σεζόν.

Αυτό όμως που πόνεσε περισσότερο, πρέπει και θα αποτελέσει το κεντρικό θέμα συζήτησης στα «ερυθρόλευκα» αποδυτήρια, ήταν – για μία ακόμα φορά – ο τρόπος. Το γεγονός πως σε αυτήν την ΜΙΑ βραδιά, ο Ολυμπιακός δεν ήταν αυτός που έπρεπε. Και αυτός που έχει συνηθήσει τον κόσμο του. Όπως συνέβη στο Βερολίνο και το Αμπού Ντάμπι.

Το αγνώριστο πρόσωπο είναι αυτό που… τσούζει περισσότερο τους Πειραιώτες, οι οποίοι με τις αρχές και τις σταθερές που έχουν και διαθέτουν, είναι φτιαγμένοι να αντέχουν στον χρόνο, να κερδίζουν τους μαραθωνίους. Γιατί; Η απάντηση βρίσκεται στις συνήθειες, τον κορμό, τις συνεργασίες, την ίδια τη φύση τους. Στο DNA τους.

Τι συμβαίνει όμως όταν δεν λειτουργεί το πλάνο ρολόι; Όταν τα δυάρια και μεγάλα όπλα (Φουρνιέ και Ντόρσεϊ) «βραχυκυκλώσουν»; Ποιο είναι το plan b όταν δεν λειτουργήσει η «καλοκουρδισμένη» μηχανή στον αυτόματο; Αυτή η πτυχή είναι που έχει στερήσει από τον Ολυμπιακό του καθολικού μπάσκετ, την αντίστοιχη αναγνώριση που του αρμόζει.

Σαν σε κόπια των ημιτελικών των δύο τελευταίων Final Four με Ρεάλ και Μονακό, η αποκωδικοποίηση του αυτοματοποιημένου Ολυμπιακού είναι σαν να έβαλε κάποιος το χέρι του και να τράβηξε την πρίζα.

Αμφιβολία στο μυαλό = αστοχία, κακές αποστάσεις και συνεπώς κυκλοφορία της μπάλας, αμυντική ανισορροπία. Στοιχεία που προκύπτουν μέσω ατομικών χαρακτηριστικών αλλά και συνόλου σε ορισμένες, λίγες αλλά εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις.

Ανώφελη η ρητορική ερώτηση, πόσο διαφορετικό θα ήταν το αποτέλεσμα αν οι Μιλουτίνοφ και Τζόουνς ήταν απόλυτα υγιείς και συνεπώς ο Άλεκ Πίτερς μέσα. Με τις υποθέσεις δεν γράφεται ιστορία.

Οι παίκτες-ομάδας στους οποίους αρέσκεται ο Ολυμπιακός ιδίως στα γκαρντ του και τα τελευταία χρόνια, δεν διαταράσσουν τη χημεία και διατηρούν την ηρεμία. Έρχονται σαν κομμάτια ενός παζλ που κολλάνε άριστα με το υπόλοιπο σύνολο μέσα από το συστατικό της ομοιομορφίας τους.

Σε κάποια σημεία όμως της μεγάλης εικόνας απαιτείται και η μετάλλαξη. Η πολυσχιδής φύση ενός κομματιού για να μην μείνει εκ νέου μεταξεταστέος με παρήγορη σκέψη εκείνη της καθολικής αναγνώρισης, δίχως το ανάλογο αντίκρυσμα όμως.