Συνέντευξη στον Φάνη Τσοκανά
Αν θελήσει να «αναλύσει» κανείς τους οκτώ μήνες του Ζλάτκο Ζάχοβιτς στην Ελλάδα, δεν θα αρκεστεί σε μία συνέντευξη, αλλά στο φινάλε ο όγκος που θα συσσωρευτεί, θα ισοδυναμεί με εκείνον ενός βιβλίου. Γιατί πλάι σε καθετί που είδαμε ή ακούσαμε, υπάρχουν άπειρες ιστορίες που κινούνται μεταξύ μύθου και αλήθειας, μέχρι σήμερα.
Από το δικό μας ταξίδι στο Μάριμπορ, για να συναντήσουμε τον άνθρωπο που 27 χρόνια μετά τη μεταγραφή του, συνεχίζει να αποτελεί την ακριβότερη αγορά που πραγματοποίησε ποτέ ελληνική ομάδα, προέκυψε ένα άλλο ταξίδι, σε αυτά αυτά που έχουν διαβαστεί ή ακουστεί κατά καιρούς, αλλά ο Ζλάτκο Ζάχοβιτς προτίμησε να τα διηγηθεί ο ίδιος.
Το ματς της ΑΕΚ με την Τσέλιε στη Σλοβενία, για τους «16» του Conference League ήταν απλώς μια αφορμή, για αυτήν τη δίωρη συνέντευξη με τον θρύλο της Σλοβενίας. Αυτόν που κάποτε έκανε τον Σωκράτη Κόκκαλη να δαπανήσει 4,5 δις δραχμές για να τον φέρει στον Ολυμπιακό. Σε ένα καλοκαίρι, μάλιστα, που εκτός των 13,5 εκατομμυρίων ευρώ -στη σημερινή ισοτιμία- για τον Ζάχοβιτς, δαπανήθηκαν άλλα 12 (!) για τον Τζιοβάνι! Και προφανώς, η πραγματική αξία των χρημάτων αυτών, σε εκείνη την εποχή, δεν αντικατοπτρίζεται σε αυτές τις ισοτιμίες.
Τι ισχύει, τελικά, από όσες ιστορίες τον ακολουθούσαν, πριν ή μετά την έλευσή του στον Ολυμπιακό; Πώς φαντάζεται ότι θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, αν το θέμα με το ΑΦΜ του είχε λυθεί; Πότε «γνώρισε» τον Τζιοβάνι για πρώτη φορά, πολύ πριν συναντηθούν στον Ολυμπιακό, και ζήτησε από την τότε ομάδα του να τον αποκτήσει; Τι του είπε ο Ρομπέρτο Κάρλος, μετά από εκείνο το περίφημο -και ατιμώρητο- χέρι πάνω στη γραμμή, στο Ρέαλ Μαδρίτης-Ολυμπιακός;
Ο Ζλάτκο Ζάχοβιτς, αποστασιοποιημένος από το ποδόσφαιρο εδώ και έξι χρόνια, έχοντας αποχωρήσει από την θέση του αθλητικού διευθυντή στο δικό του μικρό «θαύμα», τη Μάριμπορ, σε μία συνέντευξη που ξεκινά από τον Ομπράντοβιτς και την Παρτιζάν, και φθάνει έως την Ελλάδα προ 25 ετών και τις «εκρηκτικές» στιγμές του.
Η ζωή στη Σλοβενία, «με» και «χωρίς» ποδόσφαιρο
-Πώς είναι η ζωή σου τώρα; Χωρίς το άγχος του ποδοσφαίρου;
«Απολαμβάνω τη ζωή μου εδώ. Η Σλοβενία είναι μια υπέροχη χώρα για να ζεις. Έχω ό,τι χρειάζομαι και το χαίρομαι, γιατί η Σλοβενία είναι μικρή. Κατάφερα πάρα πολλά. Περισσότερα από όσα ήταν δυνατό; Ναι. Όσο ήμουν αθλητικός διευθυντής στη Μάριμπορ, από το 2007 έως το 2020, κατακτήσαμε 16 πρωταθλήματα, 2 φορές προκριθήκαμε στους ομίλους του Champions League, 3 σε αυτούς του Europa League. Με έναν μικρό σύλλογο, όπως η Μάριμπορ, είναι πάρα πολύ δύσκολο να επαναλάβει κάποιος κάτι τέτοιο στη Σλοβενία. Τώρα απλώς απολαμβάνω τη ζωή μου».
-Είναι μεγάλη ευχαρίστηση να βλέπεις τα παιδιά σου να μεγαλώνουν και πλέον να είσαι τρεις φορές παππούς, έτσι;
«Φυσικά. Και όσα έζησα στο ποδόσφαιρο, και όσα ζω τώρα, τα απολαμβάνω. Το ποδόσφαιρο μου έδωσε τα πάντα. Το λατρεύω. Κι εγώ του έδωσα ό,τι είχα. Τώρα, όμως, είναι ώρα για μια διαφορετική ζωή».
-Πιο δύσκολο να είσαι ποδοσφαιριστής ή γονιός;
«Όλα είναι ευχαρίστηση, δεν είναι δυσκολία».
-Σε ρωτάνε ιστορίες από τα δικά σου χρόνια; Έζησες και την περίοδο του πολέμου.
«Ναι, ήμουν στην Παρτιζάν όταν ξεκίνησε ο πόλεμος. Ήμουν 20 ετών, αλλά στο Βελιγράδι δεν υπήρχε πόλεμος. Ήμασταν εν καιρώ πολέμου, σε πολεμική ατμόσφαιρα, αλλά δεν υπήρχε πόλεμος εκεί που βρισκόμουν».
-Είχες κάποιο ποδοσφαιρικό ίνδαλμα, όταν ξεκινούσες;
«Φυσικά. Θαύμαζα όλους τους παίκτες της Παρτιζάν, αλλά κυρίως τον αρχηγό της. Είμαι οπαδός της, όπως και όλοι στην οικογένειά μου. Δυστυχώς δεν είναι μαζί μας, πλέον. Αναφέρομαι στον Μόμτσιλο Βούκοτιτς. Ήταν και προπονητής της Κύπρου κάποτε. Υπήρξε ίνδαλμα για κάθε οπαδό της Παρτιζάν».
-Παρακολουθείς και μπάσκετ φανατικά, έτσι;
«Εννοείται, υποστηρίζω την Παρτιζάν. Μάλιστα, μετά από εδώ θα πάω να συναντήσω τον φίλο μου, τον κορυφαίο προπονητή όλων των εποχών στο ευρωπαϊκό μπάσκετ: τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς».
-Πώς είναι τώρα η ζωή στη Σλοβενία;
«Το ποδόσφαιρο στη Σλοβενία είναι ένα “θαύμα”, γιατί έχουμε δύο εκατομμύρια κατοίκους και ομάδες με όσο το δυνατόν πιο χαμηλό μπάτζετ. Ωστόσο, βρεθήκαμε σε δύο EURO και δύο Μουντιάλ σε 35 χρόνια. Αν ήσουν εδώ, για να κάνεις μία ανάλυση του ποδοσφαίρου στη Σλοβενία και όσων έχει καταφέρει, δεν θα το πίστευες. Παίζει σημαντικό ρόλο και η γεωγραφική της θέση. Πολλοί νέοι παίκτες φεύγουν γρήγορα, για άλλα πρωταθλήματα, γιατί έχεις κοντά σου την Ιταλία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Κροατία. Πολύς κόσμος μπορεί να δει νεαρούς παίκτες, που έχουν πολύ ταλέντο».
«Πανέξυπνος ο Νίκολιτς, μεγάλη απώλεια ο Ριέρα»
-Η Τσέλιε; Είναι μία νέα δύναμη για το ποδόσφαιρο της Σλοβενίας;
«Μία είναι η μεγάλη δύναμη στη Σλοβενία: η Μάριμπορ! Είμαστε περήφανοι για την Τσέλιε. Πολύ περήφανοι γιατί παίζουν καλά, παίζουν στο Conference League, αλλά η Μάριμπορ υπήρξε ομάδα Champions League».
-Πώς τα πηγαίνει τώρα;
«Η Μάριμπορ παλεύει αυτήν την περίοδο. Έχει αναλάβει ο Ατζούν Ιλιτσαλί και γίνονται κάποιες αλλαγές. Ψάχνει τα πατήματά της. Είναι λίγο διαφορετική η κατάσταση και αναζητούν τον καλύτερο τρόπο για να διαχειριστούν τον σύλλογο. Όταν είναι σίγουροι πως έχουν μία Ferrari, θα αρχίσουν να την οδηγούν σαν Ferrari. Προς το παρόν δεν συμβαίνει, αλλά ελπίζω πως θα γίνει στο μέλλον».
-Είχες εκφράσει ανοιχτά τον θαυμασμό σου για τον Άλμπερτ Ριέρα.
«Ναι, πολύ καλός προπονητής. Έχει ποδοσφαιρικό μέταλλο και βαθιά γνώση του αθλήματος. Δουλεύει πάνω σε πολλές λεπτομέρειες που έχουν μοντέρνες ομάδες. Τα πήγε πολύ καλά στην Τσέλιε και ελπίζω να κάνει το ίδιο και στη Γερμανία».
-Πόσο διαφορετική θα είναι η Τσέλιε χωρίς αυτόν, απέναντι στην ΑΕΚ;
«Από όσα δείχνει στα τελευταία ματς, θα είναι διαφορετική. Ο Ριέρα ήταν το μεγάλο αφεντικό στην Τσέλιε. Τώρα που λείπει, είναι διαφορετικά. Και πάλι, όμως, θα είναι επικίνδυνη. Δύο μήνες πέρασαν, όχι δύο χρόνια. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον το συγκεκριμένο ζευγάρι, γιατί και η ΑΕΚ έχει πολύ καλή ομάδα και πολύ καλούς παίκτες. Η ρεβάνς είναι και στην Αθήνα. Ξέρω πολύ καλά πώς είναι να παίζεις μπροστά στο κοινό της. Δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά είναι ποδόσφαιρο. Όλα μπορούν να συμβούν».
-Έχεις εκφράσει τον θαυμασμό σου και για τον Μάρκο Νίκολιτς.
«Εξαιρετικός χαρακτήρας και πολύ καλός προπονητής. Όπου κι αν εργάστηκε, είχε επιτυχίες. Ήταν στην Παρτιζάν, αλλά και στην Ολίμπια Λιουμπλιάνας, σαν αντίπαλός μας με τη Μάριμπορ. Οπότε έχω ξεκάθαρη εικόνα του. Είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος και προπονητής».
-Ως αθλητικός διευθυντής έχεις ξεκάθαρη εικόνα της αγοράς στα Βαλκάνια. Πώς κρίνεις το ελληνικό ποδόσφαιρο;
«Θεωρώ πως σε γενικές γραμμές έχει αναπτυχθεί πολύ. Έχετε τέσσερις μεγάλους συλλόγους, που συμμετέχουν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ανέκαθεν είχατε ταλαντούχους ποδοσφαιριστές, όπως όλες οι χώρες στα Βαλκάνια. Στη δική μου εποχή είχα ξεχωρίσει τον Λάμπρο Χούτο. Είχε πάρα πολύ ταλέντο, αλλά δεν έδινε εύκολα την μπάλα, σε εκείνη τη φάση της καριέρας του. Ήταν λίγο… one man band!»

«Αλήθειες, μύθοι και όταν… ζήτησα για συμπαίκτη τον Τζιοβάνι, πολύ πριν τον βρω στον Ολυμπιακό»
-Περίμενες την κατάκτηση ενός ευρωπαϊκού τροπαίου από τον Ολυμπιακό;
«Φυσικά. Όταν με καλούσαν τα ΜΜΕ, πριν από τον τελικό, δεν είχα καμία αμφιβολία: τους έλεγα πως θα το κατακτούσε ο Ολυμπιακός. Όχι γιατί παιζόταν στην Αθήνα ο τελικός, αλλά γιατί ο Ολυμπιακός έχει “χτιστεί” κατακτώντας τίτλους. Η Φιορεντίνα, από την άλλη, όχι. Η ψυχολογία του πρωταθλητή είναι διαφορετική και όταν συνεχώς παίζεις για να κερδίσεις, ο Θεός θέλει να τα καταφέρεις. Πολλοί εκπλήσσονται από το σκεπτικό μου, αλλά όντως για εμένα, είναι τόσο απλό».
-Είχες δηλώσει το 2021 στο Gazzetta, πως θα χάριζες τον τελικό του Champions League που έπαιξες με τη Βαλένθια το 2001, για να μείνεις στον Ολυμπιακό.
«Είναι αλήθεια. Εκείνη την περίοδο, το μόνο το οποίο ήθελα ήταν να λυθεί το πρόβλημα που υπήρχε με τον ΑΦΜ. Ήθελα πολύ να μείνω στην Ελλάδα, στον Ολυμπιακό, αλλά δεν μπορούσα να έχω μία φυσιολογική ζωή, να κοιμάμαι ήσυχος, χωρίς να έχω άγχος. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι γι’ αυτό. Ο σεβασμός μου για τον σύλλογο, τους οπαδούς, την πόλη, παραμένει αναλλοίωτος, όμως. Έχω όμορφες αναμνήσεις».
-Το διάστημα που έμεινες στην Ελλάδα, το συνοδεύουν πάμπολλοι μύθοι. Είναι αλήθεια πως στο πρώτο ραντεβού με τους ανθρώπους του Ολυμπιακού, εμφανίστηκες με σορτσάκι και παντόφλες, όπως έγραφαν τότε;
«Πάντα είναι καλύτερο να τα μαθαίνεις από πρώτο χέρι, ε; Φαντάζεσαι, όμως, έναν ποδοσφαιριστή της Πόρτο, να εμφανίζεται με αυτόν τον τρόπο στα γραφεία της;»
-Αληθεύει πως ξεκίνησαν όλα, όσο βρισκόσουν για διακοπές στην Κω το καλοκαίρι του ’99; Ότι αρκετός κόσμος σε αναγνώρισε, σε ρωτούσε αν θα ήθελες να υπογράψεις στον Ολυμπιακό και εσύ είπες «αν τα βρει με την Πόρτο, έρχομαι»;
«Δεν είναι εύκολο να θυμηθώ. Ήμουν πράγματι στην Κω. Είχα παίξει πολύ καλά στο Champions League και είχα αποκτήσει φήμη. Ήμουν μεταξύ των πρώτων σκόρερ. Είναι πιθανό να με είχαν ρωτήσει κάτι τέτοιο φίλαθλοι, μεταξύ σοβαρού και αστείου, και να τους απάντησα αναφέροντας αυτό που γράφτηκε».
-Η δήλωση σε ισπανικά και πορτογαλικά ΜΜΕ, πως προτιμάς να επιστρέψεις στο Μάριμπορ, παρά να πας στην Ελλάδα;
«Έχουν περάσει 26 ή 27 χρόνια, για να θυμάμαι τι ακριβώς είχε πει, αλλά για σκέψου: πόσο ανόητη και αντιεπαγγελματική θα ήταν μία δήλωση σαν αυτή; Το πρόβλημα ήταν πως υπήρχε προσύμφωνο με τη Βαλένθια και η Πόρτο ήθελε να χαλάσουμε τη συμφωνία, γιατί ο Ολυμπιακός προσέφερε περισσότερα χρήματα σε αυτήν. Αυτό είναι το πλαίσιο, γύρω από εκείνη την εποχή».
-Έτσι και το καναρίνι…
«Φυσικά! Πάντα γελάω με αυτήν την ιστορία, πως πήρα μαζί μου φεύγοντας και το καναρίνι μου, ενώ δεν είχα!»

-Πρώτο γκολ με τον Ολυμπιακό, πανέμορφο, στο 3-3 απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης. Η καλύτερη ανάμνηση;
«Είχα κι άλλα καλά ματς, όπως ένα απέναντι στην ΑΕΚ που σκόραρα με κεφαλιά, αλλά και όμορφα γκολ. Θυμάμαι ένα με “τακουνάκι”. Η Ρεάλ, όμως, είναι η Ρεάλ. Παίζαμε στο Champions League και προφανώς, μένει αλλιώς στο μυαλό. Η ατμόσφαιρα ήταν τρελή. Εκείνη τη χρονιά, η Ρεάλ κατέκτησε το Champions League. Θυμάσαι τι έγινε στη Μαδρίτη; Άκου μία ιστορία. Ο Ρομπέρτο Κάρλος απέκρουσε την μπάλα πάνω στη γραμμή. Ήταν αποβολή και πέναλτι, ενώ στο σκορ ήταν 1-0. Τελικά χάσαμε 3-0 και αποκλειστήκαμε. Μιλώντας με τον Ρομπέρτο Κάρλος, επειδή είναι Βραζιλιάνος και μιλάω πορτογαλικά, μου είπε: “Τα ξέρεις. Είμαστε η Ρεάλ Μαδρίτης. Έτσι είναι τα πράγματα”. Μία μικρή λεπτομέρεια άλλαξε όλη την ιστορία».
-Ήταν εκείνο το ματς, μια απόδειξη πως εσύ και ο Τζιοβάνι, «χωρούσατε» στην ίδια ενδεκάδα;
«Ναι, αλλά… Όταν δεις τα πράγματα από την πλευρά του προπονητή, δεν ήταν εύκολο. Δεν ήταν γρήγορος, δεν ήμουν γρήγορος. Είχαμε πολλά κοινά χαρακτηριστικά στον τρόπο παιχνιδιού, για να παίζουμε μαζί. Από την άλλη, όταν έπαιζα με τον Αλεξανδρή, ήμασταν και οι δύο ευτυχισμένοι. Εγώ δημιουργούσα, αυτός σκόραρε. Αλλά με τον Τζιοβάνι, είχαμε κοινά πράγματα στο μυαλό μας: τη ντρίμπλα, την πάσα, αλλά σίγουρα, υπήρχαν ματς που παίξαμε μαζί και τα πράγματα πήγαν πολύ καλά».
-Η σχέση σας;
«Πολύ καλή. Ποτέ δεν είχαμε προβλήματα».
-Από την άλλη, ένας άλλος Βραζιλιάνος που είχε ο Ολυμπιακός εκείνη την περίοδο, είχε πει στο κανάλι μας στο YouTube, πως «αν άφηνες τον Ζάχοβιτς, θα τσακωνόταν με όλους».
«Οκ, ο Λουτσιάνο δεν είχε το ίδιο στάτους με εμάς. Είναι λογικό να μιλάει έτσι. Πότε έπαιζε, πότε δεν έπαιζε. Ίσως είναι τίτλος γι’ αυτόν, να μιλάει για εμένα κατά αυτόν τον τρόπο».
-Ο Τζιοβάνι πάντως, και αυτός σε συνέντευξή του στο κανάλι μας, δεν αναφέρθηκε σε προβλήματα μεταξύ σας.
«Άσε με να σου πω μια ιστορία για εμένα και τον Τζιοβάνι. Πολύ πριν τον Ολυμπιακό, το 1993, υπέγραψα στη Βιτόρια Γκιμαράες. Ακριβώς την ίδια περίοδο, είχε έρθει ο Τζιοβάνι στην Πορτογαλία για να κάνει δοκιμαστικό στην ίδια ομάδα. Δεν ήξερα ποιος είναι τότε και τον έβλεπα για πρώτη φορά, νομίζοντας πως ανήκει στην ομάδα. “Αυτός πρέπει να είναι ο καλύτερος παίκτης της Γκιμαράες, έτσι;” γύρισα και τους είπα. Μου απάντησαν πως είναι υπό δοκιμή και επειδή δεν υπήρχε άλλη θέση ξένου, δεν θα τον υπέγραφαν! Τους είπα ότι είναι απίστευτο αυτό και πρέπει να βρουν τρόπο να τον αποκτήσουν. Ήταν ο καλύτερος παίκτης με διαφορά, δεν τον κράτησαν και λίγα χρόνια μετά, υπέγραψε στην Μπαρτσελόνα».
-Το είχατε συζητήσει όταν συναντηθήκατε στον Ολυμπιακό;
«Φυσικά. Ήταν απίστευτο περιστατικό. Πολύ, πολύ καλός χαρακτήρας».
«Αν έπαιζα και την επόμενη σεζόν, θα έβαζα 30 γκολ!»
-Μιλώντας για το παρελθόν, μετάνιωσες ποτέ για κάτι από όσα συνέβησαν στην Ελλάδα;
«Φυσικά και μετάνιωσα, αλλά το όλο θέμα με τον ΑΦΜ, με τρέλαινε. Όταν ήμουν στην ομάδα, έδινα πάντα το 100%. Όταν δεν μπορούσα να διαχειριστώ τα χρήματά μου στην τράπεζα, όμως; Ήταν δικά μου, αλλά δεν μπορούσα να τα κάνω ό,τι θέλω και είχα ήδη οικογένεια, τότε. Δεν ήταν φυσιολογικό. Τώρα, καταλαβαίνω και έχω ξεχάσει. Είναι παρελθόν».
-Σε ρώτησα κυρίως για το περιστατικό με τη φανέλα που πέταξες βγαίνοντας, από εκείνο το ματς με τον ΠΑΟΚ.
«Ήταν πολύ άσχημο, όντως. Δεν ήταν μία κίνηση προς τον σύλλογο ή τους οπαδούς, όμως. Θέλω να πιστεύω πως το έχουν ξεχάσει και έχουν αποδεχθεί πως ανήκει στο παρελθόν. Μπορεί να συμβεί, λυπάμαι που έγινε, αλλά θεωρώ πως οι Έλληνες οπαδοί, που επίσης έχουν μεγάλο πάθος, θα καταλάβουν. Επίσης στον σύλλογο ξέρουν πόσο σεβασμό ένιωθα από τότε. Όταν πήγα στη Βαλένθια, μετά τον Ολυμπιακό, κληρωθήκαμε ως αντίπαλοι στους ομίλους του Champions League στην πρώτη μου σεζόν στην Ισπανία. Επισκέφθηκα την αποστολή τους στο ξενοδοχείο, μίλησα με συμπαίκτες και ανθρώπους της ομάδας. Πολλά μπορούν να συμβούν, αλλά ο σεβασμός πάντα μένει».

-Είχες δώσει και μία συνέντευξη, πριν από εκείνο το ματς, λέγοντας για τον Μπάγεβιτς πως «είναι κορυφαίος προπονητής εκτός, αλλά εντός όχι».
«Ο Ντούσκο είναι πολύ καλός τύπος, αλλά στη σχέση του με κάποιους ποδοσφαιριστές ήταν όπως ο αυστηρός δάσκαλος στο σχολείο. Είναι καλός χαρακτήρας, όμως, και πια ξέρω από πρώτο χέρι πως δεν είναι εύκολο να είσαι προπονητής».
-Ο Μπιγκόν από την άλλη;
«Όταν είχε έρθει του είχα πει: “Μίστερ, ο Κόκκαλης με πληρώνει πολλά χρήματα για να παίζω. Πιστεύεις πως μπορώ να παίζω από το 1ο έως το 90ο λεπτό;” Ξεκινήσαμε έτσι και σκόραρα συνεχώς. Έρχεται το πιο σημαντικό ματς, λοιπόν, και στο 60ο λεπτό με βγάζει. Άρχισε να μου λέει “σε παρακαλώ, βγες έξω βοήθησε με” και να μην μπορώ να το πιστέψω. Αντέδρασα άσχημα, αλλά ήμουν έκπληκτος. Συνεχίζω να πιστεύω πως όλα ξεκίνησαν από τον ΑΦΜ. Είναι σαν να έχεις συνεχώς κάτι πίσω σου, που σε τρώει και όσο δεν λύνεται, ακόμα και κάτι μικρό, το κάνει μεγαλύτερο από ό,τι είναι πραγματικά».
-Όλα έχουν καταγραφεί στο βίντεο. Η απορία είναι τι του λες, έως ότου φτάσεις στον πάγκο.
«Μιλάω έξι γλώσσες. Σίγουρα έχει καταλάβει τι του λέω, αλλά κάποια δεν μεταφέρονται. Υπάρχουν και “απαγορευμένες” λέξεις».
-Έφυγες, ξαναγύρισες και ξανανακοινώθηκες. Ήταν και ο Καραταΐδης τότε, ως εκπρόσωπος των παικτών.
«Πολύ καλός τύπος. Σκληρός, αλλά πανέξυπνος. Πραγματικός αρχηγός που αγαπούσε τον Ολυμπιακό. Ο πρόεδρος, από τη μεριά του, έκανε ό,τι μπορούσε για να λυθεί το πρόβλημα, αλλά στην πραγματικότητα δεν λύθηκε ποτέ. Τα λεφτά του συμβολαίου μου τα πήρα κανονικά, ωστόσο. Όσα είχα συμφωνήσει».
-Αναρωτήθηκες ποτέ, πώς θα είχε κυλήσει το διάστημά σου στον Ολυμπιακό, αν το πρόβλημά σου είχε λυθεί;
«Αν σε έξι μήνες έβαλα 12 γκολ, τι περισσότερο χρειάζεται; Αν έπαιζα και την επόμενη σεζόν, θα έβαζα 30 γκολ!»
-Η σχέση σου με τον πρόεδρο;
«Ποιος είμαι εγώ, για να μιλήσω για έναν μεγάλο πρόεδρο, όπως ο Σωκράτης Κόκκαλης; Όταν μιλάει, δεν μιλάς. Είναι μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες στην Ελλάδα».
-«Έσπασε» τα ταμεία για τη μεταγραφή σου. Ήταν ένα έξτρα βάρος αυτό;
«Δεν υπήρχε πιο επαγγελματίας παίκτης από εμένα. Κι αν δεν υπήρχε το πρόβλημα που προανέφερα, δεν θα υπήρχε πιο επαγγελματίας παίκτης από εμένα, στην ιστορία του Ολυμπιακού».

-Ήσουν πιο κοντά με κάποιον από τους συμπαίκτες σου;
«Ίσως με τον Γκόγκιτς. Μερικές φορές μιλάω με τον Τζόρτζεβιτς και τον Νινιάδη, ακόμη. Ήμουν πολύ επαγγελματίας. Δεν έβγαινα. Μόνο για κάποιο φαγητό, ίσως. Ήμουν 100% συγκεντρωμένος στην προπόνηση, τα ματς και την οικογένειά μου».
-Το Καραϊσκάκης εσύ το βίωσες μόνο σε ένα φιλικό, έτσι;
«Δυστυχώς ναι. Όπως το βλέπω από την τηλεόραση, έχει κορυφαία ατμόσφαιρα. Εμείς παίζαμε κυρίως στο ΟΑΚΑ, που αν δεν είναι γεμάτο, δεν είναι έδρα, ακόμα και με 10.000 κόσμου».
-Θα ήθελες να το επισκεφτείς;
«Σίγουρα. Θεωρώ πως θα είναι top εμπειρία να βρεθώ ξανά στον Πειραιά και να βιώσω την εμπειρία αυτού του γηπέδου».
-Έχεις επαφές με την τωρινή διοίκηση του Ολυμπιακού;
«Ναι, έχω μιλήσει και με τον Βαγγέλη Μαρινάκη και με τον Κούλη Δουρέκα, που τώρα βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία. Με τον πρόεδρο μιλούσα συνήθως όταν ήθελε τη γνώμη μου για κάποιον ποδοσφαιριστή από εδώ».
«Μία από τις έξι οικογένειες στην ιστορία του Champions League»
-Ο γιος σου διαγράφει τη δική του πορεία εδώ και χρόνια, στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο.
«Δεν ήθελε να γυρίσει στη Σλοβενία, οπότε υπέγραψε στην Κλουζ στη Ρουμανία. Είναι πολύ ευχαριστημένος. Οι προσδοκίες ήταν πολύ μεγάλες, αλλά είχε δύο τραυματισμούς σε πολύ κομβικά σημεία της καριέρας του. Παραλίγο να υπογράψει στη Λάρισα φέτος. Χάρις το δικό του γκολ στο Champions League το 2014, είμαστε μία από τις έξι οικογένειες, που πατέρας και γιος, έχουν σκοράρει στη συγκεκριμένη διοργάνωση».
-Θα ξεπεράσει κανείς το ρεκόρ των 36 γκολ σου με την εθνική Σλοβενίας;
«Ο Σέσκο θα το ξεπεράσει. Είναι νέος, είναι πολύ ικανός σκόρερ και πια υπάρχουν περισσότερα ματς. Έχουν περάσει 30 χρόνια φίλε μου, είναι λογικό. Θα ήταν αδύνατο μην “σπάσει” το ρεκόρ κανείς».
-Ίσως ο εγγονός σου παίξει κι αυτός ως επιθετικός και σκοράρει ακόμα περισσότερα.
«Μακάρι, θα ήταν πολύ όμορφο!»



